20 Ιουλίου 1974: 42 χρόνια από τη βάρβαρη τουρκική εισβολή

 

Η σημερινή μέρα, φέρνει στη θύμηση μας, αναμνήσεις που εμείς ως μικροί σε ηλικία δεν ζήσαμε, αλλά τις βιώνουμε καθημερινά στο πετσί μας, τις κοιτάζουμε καθημερινά απέναντι στη σημαία της ντροπής. Μεταλαμπαδεύτηκαν από γενιά σε γενιά, από τον πατέρα στον γιο και από τον μεγαλύτερο αδερφό στο μικρότερο. Σαράντα δύο πλέον χρόνια δεν είναι παρά μια μικρή άκομψη παράγραφος στην προαιώνια ελληνική ιστορία της νήσου. Τόποι που ποτέ δεν πατήσαμε, αλλά νιώθουμε περισσότερο από δικούς μας. Τους πότισαν τα δάκρυα των δικών μας, όταν παιδιά τότε, πήραν την μάνα τους από το χέρι και έφυγαν αφήνοντας ψυχή και σώμα εκεί. Αφήνοντας την γη, τους μόχθους τους, τα σπίτια τους, τα προσωπικά τους αντικείμενα. Η ελπίδα, όμως, έμεινε και αυτή εκεί και τρίζει τα δόντια στον Τούρκο παράνομο εισβολέα και του θυμίζει ότι τίποτα δεν τελείωσε ακόμη.
Μετά το πραξικόπημα, δόθηκε η ευκαιρία στα τουρκικά ιμπεριαλιστικά σχέδια, να υλοποιηθούν, εν μέρη. Γιατί γνωρίζουμε ότι αυτά τα σχέδια δεν τελειώνουν εάν δεν επιτευχθεί η ομοσπονδοποίηση του νησιού. Η αφορμή στους βαρβάρους εισβολείς δόθηκε και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν υπήρξε προσπάθεια διεθνοποίησης του κυπριακού προβλήματος στην σωστή του βάση από την διεφθαρμένη πολιτική μας ηγεσία. Μόνο σκόρπιες φανφάρες και ψεύτικα μεγάλα λόγια, που στην πράξη αναιρούνται εντυπωσιακά.
Οι σειρήνες ηχούν και τα αμούστακα παλληκάρια, με την σκέψη στον Αυξεντίου, στον Παλληκαρίδη, παίρνουν τα όπλα για μια άνιση μάχη. Προδοσίες παντού. Το αποτέλεσμα, γνωστό πριν καν αρχίσουν οι μάχες. Παρόλα αυτά, τα παλληκάρια της Κύπρου και της ΕΛΔΥΚ, έγραψαν ιστορία και έδωσαν μάχες με υπέρτατο ζήλο και αρετή και άξιες μνημόνευσης. Γνωρίζοντας ότι το ιδανικό της πατρίδας, ένα ιδανικό που απαιτεί αξίες και ιδανικά που δεν μπορούν να μετρηθούν με αριθμούς ούτε με υλικά αγαθά, χρειάζεται θυσίες.
Ο αγώνας για την γη και την ελευθερία, ένας αγώνας που ήταν πηγή έμπνευσης ανά το παγκόσμιο και από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της ανθρωπότητας. Που ήταν πηγή έμπνευσης για τόσους λογοτέχνες, ποιητές, ζωγράφους, μουσικούς. Για τόσους λαϊκούς ανθρώπους που μέσα στην καθημερινότητα της χειρονακτικής εργασίας, έπλεκαν εγκώμια στους ακρίτες και στους πατριώτες. Άφηναν μέσα από την παράδοση και τον πολιτισμό μας, το αίσθημα του ανήκειν, του συνανήκειν, της συλλογικότητας και των δεσμών. Οι συνεκτικοί δεσμοί που απέκτησαν με την γη τους, τους έδωσαν την αδύρητη ανάγκη να το εκφράζουν μέσα από τα δημοτικά τραγούδια και το γράψιμο. Αυτά, μεταβιβάστηκαν και στην νεότερη γενιά. Τώρα, το δίκαιο μετατράπηκε σε άδικο και ακραίο, το αίτημα για ελευθερία και αυτοδιάθεση σε εθνικιστικό παραλήρημα. Η σήψη της ελληνικής κοινωνίας σε όλο της το μεγαλείο.
Γι’ αυτούς που ξέχασαν, τους διαβεβαιούμε ότι η λύση είναι στην ιστορία μας. Στην ταυτότητά μας, που παραμένει αναλοίωτη στο πέρασμα των αιώνων. Στην ιστορική, πολιτισμική, πολιτική και κοινωνική μας συνέχεια. Γιατί το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, δεν είναι τίποτα άλλο παρά έννοιες οι οποίες δεν δεσμεύουν, ούτε καθορίζουν αλλά διαμορφώνονται συνειρμικά και με γνώση.
Σήμερα, και όχι μόνο, θα μας βρει θύμηση στα δικά μας, πολεμώντας την αδικία, φωνάζοντας, έξω οι Τούρκοι από την Κύπρο και θυμίζοντας στις εγχώριες ελίτ που υπάρχουν για να μετουσοιώνουν τα θέλω των ξένων κυρίαρχων σε πράξη ότι ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΜΕ. Γιατί και οι πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια φωνάζουν ότι ετούτη η γης δεν τους ανήκει. Γεννηθήκαμε σκλάβοι, θα πεθάνουμε λεύτεροι.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ. Θεσσαλονίκης

Advertisements