Περί «κοσμικού κράτους» ο λόγος

Προς αναθεώρηση κατευθύνεται το άρθρο 3 του Συντάγματος που αφορά τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, εφόσον συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία από την παρούσα Βουλή των Ελλήνων. Με 156 θετικές ψήφους, η πλειοψηφία των βουλευτών φαίνεται να επιθυμεί την καθιέρωση του κράτους ως «θρησκευτικά ουδέτερο».

Το Άρθρο 3 του υφιστάμενου Συντάγματος προβλέπει τα εξής:

  1. Επίσημη θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. H Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με την Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.
  2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
  3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. H επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της ΑυτοκέφαληςΕκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του ΧριστούΕκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.

Η προτεινόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ τροποποίηση του άρθρου 3 προβλέπει:

  1. Η Ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία βρίσκεται αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και με κάθε άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία και τηρεί απαρασάλευτα τους Κανόνες των Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων και την εκκλησιαστική παράδοση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και διοικείται σύμφωνα με όσα ορίζουν ο Καταστατικός Χάρτης της, ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Συνοδική Πράξη του 1928. Το εκκλησιαστικό καθεστώς της Κρήτης και των Δωδεκανήσων δεν αντίκειται στις παραπάνω διατάξεις.

Το άρθρο κατά την ίδια πρόταση θα συμπληρώνεται από την εξής ερμηνευτική δήλωση:

«Ο όρος επικρατούσα θρησκεία δεν αποτελεί αναγνώριση επίσημης κρατικής θρησκείας και δεν επιφέρει καμία δυσμενή συνέπεια σε βάρος άλλων θρησκευμάτων και γενικότερα στην απόλαυση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας».

Προηγήθηκε η πρώτη ψηφοφορία τον Φεβρουάριο του 2019, με 151 βουλευτές να υπερψηφίζουν την πρόταση τροποποίησης. Όπως προβλέπεται από το Άρθρο 110, Παράγραφος 2, οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση «με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα». Επιπλέον, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου,

«3. Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Bουλή, η επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.
4. Αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος έλαβε την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όχι όμως και την πλειοψηφία των τριών πέμπτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2, η επόμενη Bουλή κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της».

Ακολούθησε, λοιπόν, η δεύτερη ψηφοφορία στις 14 Μαρτίου, με 156 βουλευτές να υπερψηφίζουν την τροπολογία. Επομένως, το Άρθρο 3 βαίνει προς αναθεώρηση από την επόμενη Βουλή, από την οποία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της, σύμφωνα με την Παράγραφο 4 του Άρθρου 110.

Αξιοσημείωτη είναι η απόφαση κατάργησης της τρίτης παραγράφου, που απαγορεύει ρητά την οποιαδήποτε μετάφραση της Αγίας Γραφής, επιτρέποντας έτσι την αλλοίωση του ιερού αυτού κειμένου. Ωστόσο, οι τροποποιήσεις που αφορούν την καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, δεν αφορούν μόνο το Άρθρο 3. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε αλλαγές και στα Άρθρα 13 και 33 που αφορούν αντιστοίχως τη θρησκευτική ελευθερία και τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας ενώπιον της Βουλής για την έναρξη άσκησης των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, για το Άρθρο 13 προτάθηκε όπως προστεθεί ότι για την ορκωμοσία κρατικών αξιωματούχων και δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, θα κατοχυρώνεται ο πολιτικός όρκος, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση ο υπόχρεος θα επιλέγει ελεύθερα αν θα δώσει πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο. Όσον αφορά το Άρθρο 33, ο μέχρι σήμερα όρκος του Προέδρου «στο όνομα της Aγίας και Oμοούσιας και AδιαίρετηςTριάδας», θα αντικαθίσταται, πλέον, από διαβεβαίωση «στην τιμή και τη συνείδησή» του. Τόσο η απόφαση για κατοχύρωση του πολιτικού όρκου για την συγκεκριμένη προαναφερθείσα κατηγορία, όσο και η πρόταση για κατάργηση του όρκου του Προέδρου με θρησκευτικό περιεχόμενο, αποτελούν ακόμη ένα βήμα προς την οριστική αποσύνδεση του Ελληνικού κράτους από την ορθοδοξία.

Σημειώνεται ότι μεταξύ των σημαντικότερων αναθεωρήσεων που ψηφίστηκαν θετικά, συμπεριλαμβάνεται και η αναθεώρηση του Άρθρου 32, που προβλέπει τη διάλυση της Βουλής σε περίπτωση αδυναμίας της για εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, προτείνεται από τον ΣΥΡΙΖΑ να επαναλαμβάνονται οι ψηφοφορίες μέχρις ότου επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία ή μέχρι τη συμπλήρωση εξαμήνου από την έναρξη της διαδικασίας εκλογής. Μετά την παρέλευση του εξαμήνου, ο Πρόεδρος θα εκλέγεται μεταξύ των δύο προσώπων που πλειοψήφησαν στην τελευταία ψηφοφορία με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες.

Μετά το ξεπούλημα της Μακεδονίας και τις αυξανόμενες προσπάθειες διάλυσης του θεσμού της οικογένειας, γίνεται ξεκάθαρο ότι συντελείται μια ολοκληρωτική προσπάθεια καταστροφής όλων των θεσμών και αξιών του Ελληνισμού. Στο όνομα της Ορθοδοξίας, έγινε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Το ελληνικό κράτος εξ ιδρύσεως του στηριζόταν πάντοτε στη βάση ενός Έθνους με συγκεκριμένη πολιτιστική και θρησκευτική ταυτότητα. Είναι γεγονός ότι ο συμβολισμός της προμετωπίδας του Συντάγματος που επικαλείται την Αγία Τριάδα, ξεκίνησε από τις Εθνοσυνελεύσεις κατά την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Η ελληνική κοινωνία ανήκει κατά πλειοψηφία στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως διδάσκεται από την ιστορική πορεία του Έθνους. Ασταθή τα επιχειρήματα περί θρησκευτικής ελευθερίας στους πολίτες της χώρας, ως δικαιολογία για την τροποποίηση του άρθρου 3, αφού δεν προβλέπει ανισότιμη μεταχείριση εις βάρος των υπόλοιπων θρησκευμάτων στη χώρα. Η θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα κατοχυρώνεται από το Άρθρο 13 του Συντάγματος.

Το ελληνικό κράτος συναινεί στο έγκλημα του αφανισμού των εθνών. Πατρίς, Θρησκεία και Οικογένεια ήταν ανέκαθεν οι τρεις αξίες που διατηρούσαν όρθιο, περήφανο και αγέρωχο το Ελληνικό Έθνος. Η Ελληνική Κυβέρνηση, ως πιόνι στο παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης, καταπατά τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά του ελληνικού λαού. Εκμεταλλευόμενη την απαθή στάση των πολιτών, προσπαθεί να σβήσει από τις μνήμες μας τους Αγώνες για τα μεγάλα αυτά Ιδανικά. Πλέον, είναι ολοφάνερο ότι ο μεγαλύτερος εχθρός που καλείται να αντιμετωπίσει ο Ελληνισμός βρίσκεται στο εσωτερικό του.

«Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύη την καρδίαν μας, Θεός ζηλότυπος, μόνον το αίσθημα το Ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης».

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ. Θεσσαλονίκης

Advertisements

Βομβαρδισμοί στη Σερβία

Στις 24 Μαρτίου 1999, πραγματοποιήθηκε ένας από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα της ανθρωπότητας που κόστισε τη ζωή σε περίπου 2 χιλιάδες ανθρώπους, μεταξύ αυτών 89 παιδιά. Ήταν η μέρα που ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί του Βελιγραδίου που ολοκληρώθηκαν 78 μέρες μετά, στις 10 Ιουνίου, και θεωρείται η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην Ευρώπη από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού βομβαρδίστηκαν όλες οι γιουγκοσλαβικές πρωτεύουσες. Η επιχείρηση έφερε το όνομα «ευσπλαχνικός άγγελος». Φαίνεται πως οι «φίλοι» μας οι δυτικοί έχουν διαφορετικό τρόπο αντίληψης του όρου «ευσπλαχνία».

Αφορμή για τους βομβαρδισμούς ήταν η αποτυχία των συνομιλιών μεταξύ των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων και του Σέρβου ηγέτη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, σχετικά με το καθεστώς αυτονομίας του Κοσσόβου. Επίσημα, η επίθεση ξεκίνησε με σκοπό την «προστασία» των αλβανόφωνων πληθυσμών του Κοσσυφοπεδίου από τον «χασάπη» Μιλόσεβιτς, ασχέτως του γεγονότος ότι ο «νέος Χίτλερ», όπως αποκαλούταν, αθωώθηκε μετά θάνατον για τις υποτιθέμενες «γενοκτονίες» που διέπραξε. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ και οι δυτικοί με τους βομβαρδισμούς δολοφόνησαν αρκετούς αλβανόφωνους κατοίκους της περιοχής. Ο Μιλόσεβιτς χρησιμοποιήθηκε έτσι ώστε να δοθεί η κατάλληλη αφορμή για να δημιουργηθεί το Κόσσοβο.

Στην πραγματικότητα, το μόνο που ήθελαν οι δυτικοί ήταν να υποτάξουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Πρότειναν την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ελεύθερη και απεριόριστη διάβαση και ανεμπόδιστη πρόσβαση στη χώρα. Ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς αρνήθηκε την υποταγή της χώρας του στη παγκόσμια συμμαχία που είχε ως σκοπό την καταδυνάστευση του πλανήτη και την είσοδο σε μια νέα εποχή «παγκοσμιοποίησης». Ο ίδιος ο τότε διοικητής του ΝΑΤΟ, Στρατηγός Γουέσλι Κλαρκ, αποκάλυψε αργότερα ότι το ΝΑΤΟ προετοιμαζόταν για αυτή την επίθεση από τον Ιούνιο του 1998.

Το ΝΑΤΟ δεν βομβάρδισε απλά τη Σερβία. Τη μετέτρεψε σε ένα ερημοχώρι. Μετά το τέλος των 78 ημερών βομβαρδισμού, η Γιουγκοσλαβία αποτελούσε ένα βομβαρδισμένο τοπίο και έπρεπε να ξαναφτιαχτεί από τη ρίζα. Καταστράφηκαν μνημεία, νοσοκομεία, σχολεία, για τα οποία ποτέ δεν δόθηκαν αποζημιώσεις. Η σερβική κυβέρνηση εκτίμησε ότι οι υλικές ζημιές έφταναν περίπου τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Βρέθηκαν κεφαλές από πυραύλους απεμπλουτισμένου ουρανίου που είναι ραδιενεργό στοιχείο. Μέχρι και σήμερα, στη χώρα εκτιμάται ότι προκλήθηκαν περίπου 10 χιλιάδες θάνατοι, από το 1999 μέχρι σήμερα, από καρκίνο λόγω των βομβαρδισμών.

Για να αποδεχθεί το ΝΑΤΟ να σταματήσει τους ανελέητους βομβαρδισμούς έπρεπε να υπογραφεί η συμφωνία του Κουμάνοβο, που προέβλεπε την ανάπτυξη «ειρηνευτικών δυνάμεων» στο Κόσσοβο υπό την ηγεσία του ΟΗΕ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ψηφίζει την απόφαση 1244/1999 στις 11 Ιουνίου 1999, που προβλέπει την σχετική ανάπτυξη των στρατιωτών, παρά την αναγνώριση του Κοσσόβου ως αναπόσπαστο κομμάτι της Σερβίας. Τα συγκεκριμένα γεγονότα και οι βίαιες εκδιώξεις του σερβικού πληθυσμού από το Κοσσυφοπέδιο οδήγησαν στην μονομερή ανακήρυξη του Κοσσόβου ως ανεξάρτητο κράτος το 2008. Το μόρφωμα αυτό αναγνωρίστηκε από τις ΗΠΑ και όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Ισπανίας, της Ελλάδας, της Κύπρου, της Σλοβακίας και της Ρουμανίας.

Το γεγονός ότι το καθεστώς της τότε Γιουγκοσλαβίας δεν παρείχε στις ΗΠΑ την άνεση να τη μετατρέψει σε προτεκτοράτο, την καθιστούσε αυτόματα κίνδυνο. Έτσι, οι ΗΠΑ χρειάζονταν ένα «εύπλαστο» προτεκτοράτο στην περιοχή, το οποίο δεν τους παρείχετο από την τότε Γιουγκοσλαβία, και η δημιουργία του Κοσσόβου υπό την προστασία του ΝΑΤΟ και των δυτικών θεωρείτο ιδανική περίπτωση για τους «φιλεύσπλαχνους» δυτικούς.

Το Κόσσοβο αποτελεί εκ αρχαιοτάτων χρόνων ένα πολύ σημαντικό κομμάτι για τη Σερβία, που οι Αλβανοί εποφθαλμιούν εδώ και χρόνια. Με τη βίαιη «μετατροπή» του πληθυσμού της περιοχής σε Αλβανούς, προσπάθησαν να την αλλοιώσουν δημογραφικά και έτσι μετά τους βομβαρδισμούς ήταν ευκολότερη η εφαρμογή του «καθεστώτος αυτονομίας», που μετέπειτα μετατράπηκε σε «ανεξάρτητο κράτος» και είναι πιθανό κάποια στιγμή να μετατραπεί σε προσαρτημένο κομμάτι της Αλβανίας.

Εμείς, στηρίζουμε το ομόθρησκο Έθνος της Σερβίας που χτυπήθηκε βάναυσα από τη δυτική συμμαχία, ενώ εδώ και χρόνια βάλλεται από μια συστημική προπαγάνδα, ούτως ώστε να αποδεχθεί το Κόσσοβο ως ανεξάρτητο κράτος με ή χωρίς ανταλλάγματα. Για εμάς δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Το Κοσσυφοπέδιο είναι Σερβία και η μόνη λύση είναι η επαναφορά του επί σερβικής κυριαρχίας. Η ΝΑΤΟϊκή επέμβαση δεν είχε κανένα «ανθρωπιστικό χαρακτήρα» όπως ήθελαν να της αποδοθεί. Αντιθέτως, κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, ενώ δημιούργησε ένα απαράδεκτο έκτρωμα στα νότια της Σερβίας όμοιο του ψευδοκράτους στην κατεχόμενη Κύπρο.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης