Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός – Η 9η Ιουλίου

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έχει συνδέσει το όνομα του με την Επανάσταση του 1821 και με τις πράξεις του εκδηλώνεται η Ελληνορθόδοξη παράδοση της Κύπρου.

Γεννήθηκε στο Στρόβολο της Κύπρου το 1756 και διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κατά την Ελληνική Επανάσταση. Σε νεαρή ηλικία εισήλθε ως δόκιμος στη Μονή Μαχαιρά και αφού έλαβε την στοιχειώδη παιδεία, το 1783 χειροτονήθηκε διάκονος. Έπειτα, μετέβη στη Μολδοβλαχία όπου χειροτονήθηκε ως ιερέας. Κατά την παραμονή του, σπούδασε Θεολογία και Φιλολογία στην Ελληνική Σχολή του Ιασίου. Το 1802 επέστρεψε στην Κύπρο, το 1809 χειροτονήθηκε επίσκοπος και το 1810 ανέλαβε ως Αρχιεπίσκοπος. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία, όπου και υποσχέθηκε να συνεισφέρει χρήματα, τρόφιμα, ψυχολογική υποστήριξη και να διασφαλίσει την ασφάλεια και την Ελληνικότητα της Κύπρου κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Με την έναρξη της Επανάστασης, ο Τούρκος Σουλτάνος διέταξε τον αφοπλισμό των Κυπρίων, που έγινε χωρίς αντίσταση αφού ο Αρχιεπίσκοπος τους έπεισε να υπακούσουν. Οι τουρκικές αρχές ήταν αποφασισμένες να προχωρήσουν σε ενέργειες εκφοβισμού του λαού, ματαιώνοντας κάθε προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου για να διατηρήσει την ειρήνη στο νησί. Με αφορμή προκηρύξεις που διένειμε ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησέας, ο Τούρκος κυβερνήτης προχώρησε σε συλλήψεις, δημεύσεις περιουσιών και εκτελέσεις.

Η 9η Ιουλίου 1821 ήταν κοντά, ο Αρχιεπίσκοπος γνώριζε ότι έρχεται η μέρα του θανάτου του, αλλά παρέμεινε στη θέση του πιστός στον όρκο του και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τα πάντα. Έτσι και έγινε, η 9η Ιουλίου έφτασε και πριν ο Αρχιεπίσκοπος απαγχονιστεί από τους Τούρκους έδωσε ένα μάθημα στον κατακτητή για το τι εστί Ρωμιοσύνη και έδωσε ώθηση για τη συνέχεια της Επανάστασης. Ο Κυπριανός αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, βάδισε συνειδητά προς την αγχόνη, κερδίζοντας την αθανασία στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού.

Η απάντηση που έδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στις απειλές του Τούρκου κυβερνήτη περί αφανισμού των Ρωμιών ήταν μια απάντηση η οποία αρμόζει στην Εθνική μας αξιοπρέπεια:
«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη, κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη! Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν, κάμε τον κόσμον ματζελιόν και τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια. Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται, μα πάντα τζείνον τρώεται τζαι τζείνον καταλυέται.»

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης