Τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια στο επίκεντρο της εμπορευματοποίησης της παιδείας

Το «νομοσχέδιο Κεραμέως» απασχολεί τον τελευταίο καιρό την φοιτητική κοινότητα, μετά την έγκρισή του από τη Βουλή των Ελλήνων. Το εν λόγω νομοσχέδιο αφορά μεταξύ άλλων, την εξίσωση των πτυχίων των ελληνικών ΑΕΙ με τα πιστοποιητικά των ιδιωτικών κολλεγίων για τον διορισμό, μέσω του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Επίσης, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, αλλαγές θα πραγματοποιηθούν και στη χρηματοδότηση των ελληνικών δημοσίων Πανεπιστημίων, όπου θα εισαχθούν κριτήρια αξιολόγησης.

Συγκεκριμένα, υπέρ του άρθρου 50 για τα πιστοποιητικά κολλεγίων τάχθηκαν 153 βουλευτές έναντι 136 που καταψήφισαν. Με την εξίσωση των πτυχίων των δημοσίων Πανεπιστημίων με τα πιστοποιητικά των κολλεγίων, οι απόφοιτοι ιδιωτικών κολλεγίων στο Παιδαγωγικό τμήμα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα ως παραρτήματα ξένων ΑΕΙ, έχουν τη δυνατότητα να διορίζονται ως εκπαιδευτικοί στο ελληνικό Δημόσιο, όπως και οι πτυχιούχοι των ελληνικών ΑΕΙ. Ουσιαστικά, το νέο μέτρο της ελληνικής κυβέρνησης έρχεται σε βάρος της θεμελιώδους αρχής της Δημόσιας Παιδείας, αφού πρόκειται για υποβάθμιση των πτυχίων των ελληνικών δημοσίων Πανεπιστημίων. Το νομοσχέδιο δεν αποσκοπεί στην πραγματικότητα στην αναγνώριση επαγγελματικών και ακαδημαϊκών δικαιωμάτων των αποφοίτων κολλεγίων, αλλά στην προώθηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης έναντι της δημόσιας και στο κέρδος των ιδιωτών.

Απόδειξη της παραπάνω διαπίστωσης μπορούν να αποτελέσουν οι εξελίξεις που διαδραματίστηκαν στη συνεδρία της ελληνικής Βουλής σχετικά με την ψήφιση του νομοσχεδίου. Η Υπουργός Παιδείας και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Νίκη Κεραμέως, προκειμένου να υποστηρίξει το άρθρο 50 του νομοσχεδίου, επικαλέστηκε επιστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υποστηρίζει ότι η Ελλάδα παραβιάζει την σχετική ευρωπαϊκή οδηγία που αφορά την αναγνώριση τίτλων σπουδών που έχουν χορηγηθεί από κολλέγια συνεργαζόμενα με ξένα πανεπιστήμια της Ε.Ε. Μετά από επανειλημμένα αιτήματα βουλευτών για κατάθεση της επιστολής, η Υπουργός Παιδείας αρνήθηκε, επικαλούμενη «λόγους δημοσίου συμφέροντος».

Όμως, αποτελεί γεγονός ότι ο Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης, που είναι ο αρμόδιος φορέας για την ακαδημαϊκή ισοτιμία τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, με επιστολή του κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του περασμένου έτους προς το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Παιδείας, επιχειρηματολογεί με αφορμή την προειδοποιητική επιστολή της Ε.Ε για αναγνώριση τίτλων σπουδών από ιδιωτικά κολλέγια. Στην απαντητική επιστολή του, ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ρυθμίσεις του νόμου που «αφορούν αποκλειστικά την αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας τίτλων προς τους απονεμόμενους από τα ΑΕΙ της ημεδαπής και επομένως ανάγονται στην εσωτερική οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος των σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, δεν υπεισέρχονται σε παράβαση διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Επομένως, ο Οργανισμός κλείνει με το συμπέρασμα ότι «οποιαδήποτε παρέμβαση στο ν. 3328/2005 – ο οποίος σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος αποτελούν την ελληνική νομοθεσία η οποία διέπει την αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας – προς τον σκοπό αντιμετώπισης ζητημάτων τα οποία αφορούν στην από επαγγελματικής άποψης εξέταση αλλοδαπών τίτλων και τα οποία ανέκαθεν ενέπιπταν στις αρμοδιότητες άλλων οργάνων της ελληνικής Πολιτείας, θα συνεπαγόταν ανεπίτρεπτη παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος», ανοίγοντας, έτσι, το ζήτημα παραβίασης του Συντάγματος.

Επίσης, υπέρ του άρθρου 16 για τον τρόπο χρηματοδότησης των πανεπιστημίων τάχθηκαν 185 βουλευτές, έναντι 104 που καταψήφισαν. Σύμφωνα με τη Νίκη Κεραμέως, το νέο νομοσχέδιο απεμπολεί εξουσίες από το Υπουργείο Παιδείας προς τα Πανεπιστήμια και ορίζονται αντικειμενικά και ποιοτικά κριτήρια χρηματοδότησης. Πλέον, το 80% της χρηματοδότησης θα καθορίζεται από αντικειμενικά κριτήρια, όπως γεωγραφική διασπορά και αριθμό φοιτητών, ενώ το 20% θα καθορίζεται από δείκτες ποιότητας, όπως η εξωστρέφεια, η ερευνητική δραστηριότητα και η ποιότητα παρεχόμενης εκπαίδευσης. Δηλαδή, την ίδια στιγμή που τα δημόσια ελληνικά Πανεπιστήμια δεν διαθέτουν τις απαραίτητες εγκαταστάσεις στα τμήματά τους, εισάγονται κριτήρια αξιολόγησης στη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων, χωρίς να υπάρχει καμιά εγγύηση. Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα δημόσια Πανεπιστήμια ως επιχειρήσεις.

Το κυβερνών κόμμα εντείνει την προσπάθεια εμπορευματοποίησης των δημοσίων ελληνικών Πανεπιστημίων. Είναι άλλωστε γνωστή η αντίληψή του σχετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις, για τις οποίες δηλώνει θερμός υποστηρικτής. Βρισκόμενοι απέναντι στην ιδιωτικοποίηση των δημοσίων Πανεπιστημίων, επιβάλλεται να συνεχιστεί η προσπάθεια για διασφάλιση του δημοσίου χαρακτήρα των ελληνικών Πανεπιστημίων και κατ’ επέκταση της Δημόσιας Παιδείας, που αποτελεί θεμελιώδη μας αρχή. Οποιαδήποτε προσπάθεια προώθησης της ιδιωτικής εκπαίδευσης σε βάρος της δημόσιας, ή ιδιωτικοποίησης των δημοσίων Πανεπιστημίων, κρίνεται καταδικαστέα.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης