Νέα οικονομικά μέτρα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε στις 30 Απριλίου νέα μέτρα σχετικά με την οικονομία της ευρωζώνης, με το σημαντικότερο να αφορά την απόφασή της για επέκταση του προγράμματος αγορών ομολόγων που είχε εκκινήσει μέσα στον Μάρτιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα ομόλογο είναι ένα δάνειο που αντλείται από τον εκδότη του δανείου μέσω κεφαλαιαγορών. Δηλαδή, ο εκδότης, ο οποίος είναι ένας χρηματοοικονομικός οργανισμός, δανείζεται κεφάλαια από τους επενδυτές με την έκδοση του ομολόγου. Ουσιαστικά, τα ομόλογα επιτρέπουν στον εκδότη να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμες επενδύσεις με εξωτερικά κεφάλαια. Κατά τη λήξη της σύμβασης που αναγράφεται στο ομόλογο, ο εκδότης οφείλει να αποπληρώσει στον δανειστή την αξία του ομολόγου. Έτσι, ο εκδότης είναι ο οφειλέτης και ο κάτοχος ομολόγων ο δανειστής. Στην περίπτωση του προγράμματος αγορών ομολόγων, η ΕΚΤ αποτελεί τον κάτοχο ομολόγων και τα ευρωπαϊκά κράτη τους εκδότες. Επομένως, η ΕΚΤ είναι ο δανειστής και το εκάστοτε ευρωπαϊκό κράτος ο οφειλέτης.

Υπενθυμίζεται ότι μέσα στον Μάρτιο, η ΕΚΤ συμφώνησε στην αποδοχή των ελληνικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα αγορών ομολόγων, τα οποία θεωρούνται ως «ομόλογα υψηλού κινδύνου». Ακολούθως, στις αρχές Απριλίου, αποφασίστηκε η χαλάρωση των προϋποθέσεων αποδοχής ενεχύρων, έτσι τα ελληνικά ομόλογα ήταν πλέον αποδεχτά ως ενέχυρα, κάτι που δεν ίσχυε μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, καθώς από το 2018 δεν πληρούσαν τις ελάχιστες απαιτήσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης που ορίζει η ΕΚΤ, δηλαδή της αξιοπιστίας ενός κράτους στην αποπληρωμή των χρεών της. Έτσι, με τις τελευταίες αποφάσεις, επετράπη ουσιαστικά στις ελληνικές τράπεζες να δανείζονται από την κεντρική τράπεζα.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της επανεκκίνησης της οικονομίας, ανακοινώθηκαν πρόσθετα μέτρα στις 30 Απριλίου. Η ΕΚΤ με ανακοίνωσή της, δήλωσε την ετοιμότητά της να αυξήσει το μέγεθος του προγράμματος αγορών ομολόγων και να προσαρμόσει τη σύνθεσή του, στην έκταση και τον χρόνο που θα χρειαστεί, ενώ πρόσθεσε ότι σε κάθε περίπτωση, θα προσαρμόσει όλα τα μέτρα πολιτικής της τράπεζας, «για να διασφαλιστεί ότι ο πληθωρισμός κινείται προς τον στόχο του με έναν διατηρήσιμο τρόπο», όπως αναφέρεται. Επίσης, η κεντρική τράπεζα αποφάσισε να συνεχίσει την πλήρη επανεπένδυση των ποσών από τις αποπληρωμές των ομολόγων, αφού αρχίσει την αύξηση των βασικών επιτοκίων της και επιπλέον μείωσε το επιτόκιο για τα στοχευμένα μακροπρόθεσμα δάνεια που θα χορηγεί στις τράπεζες από τον Ιούνιο του 2020 και για ένα έτος, καθώς και για τις τράπεζες που επιτυγχάνουν τα όρια χορηγήσεων δανείων.

Είναι αντιληπτό το γεγονός ότι το πρόγραμμα αγορών ομολόγων θα αυξήσει κατακόρυφα το δημόσιο χρέος των ευρωπαϊκών κρατών προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με το πέρας της πανδημίας. Μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί κανείς για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική οικονομία θα καταφέρει να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της κεντρικής τράπεζας, αφού όπως προαναφέρθηκε, τα ελληνικά ομόλογα κατατάσσονται στην κατηγορία των «ομολόγων υψηλών κινδύνων». Το ελληνικό κράτος, που δεν κατάφερε ακόμα να επανέλθει από την οικονομική κρίση που οδήγησε χιλιάδες Έλληνες πολίτες στους δρόμους, θα έρθει αντιμέτωπο με ένα πολύ υψηλότερο από το ήδη υπάρχον χρέος.

Εκτός, όμως, από το ελληνικό κράτος, πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη θα δοκιμαστούν σε μια νέα εποχή της οικονομίας. Το γεγονός της μείωσης των επιτοκίων, δηλαδή των τιμών που προστίθενται στην αποπληρωμή των δανείων και αντλούνται από τον δανειστή, δεν μπορεί να καθησυχάζει τα ευρωπαϊκά κράτη, και ειδικότερα αυτά που έχουν ήδη υψηλό χρέος, καθώς δεν πρόκειται να αποφευχθούν με τον τρόπο αυτό οι οικονομικές επιπτώσεις που επέρχονται. Τα ευρωπαϊκά κράτη θα κληθούν με τη λήξη της σύμβασης των ομολόγων να αποπληρώσουν την αξία τους στην ΕΚΤ, κάτι που πολύ πιθανόν να επιτευχθεί με την εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών. Επομένως, στην πραγματικότητα, οι κερδισμένοι αυτού του «αγώνα» θα είναι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, και οι ηττημένοι οι απλοί πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών, για ακόμα μια φορά.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης