Υπογραφή Πρωτοκόλλου Κέρκυρας – 17 Μαΐου 1914

Με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, η Αλβανία υποστήριξε τις Μεγάλες Δυνάμεις απέναντι στους Νεότουρκους, καθώς τα συμφέροντα της ήταν προσκείμενα προς αυτή την κατεύθυνση. Ακολούθως, με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, η Αλβανία αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος και με την Συνθήκη του Λονδίνου (1913) και με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1913), της παραχωρήθηκε η περιοχή της Βορείου Ηπείρου.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, αρχικά αντέδρασε και δεν δέχθηκε να παραχωρήσει την Β. Ήπειρο στην Αλβανία. Όμως με το ανανεωμένο πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1914), η Ελλάδα αναγκάστηκε να την παραχωρήσει, καθώς δεν θα αναγνωριζόταν η κυριαρχία της στα νησιά της Ίμβρου, της Τενέδου και του Καστελλόριζου. Επίσης, οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να μην ενθαρρύνει οποιασδήποτε μορφής αντιδράσεις από τους κατοίκους της περιοχής. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αποσύρει τα στρατεύματά της από την περιοχή, αλλά προτού το πράξει ζήτησε από τις Μεγάλες Δυνάμεις όπως εγγυηθούν την ασφάλεια των πληθυσμών.

Έτσι, σταδιακά αποχώρησαν τα στρατεύματα. Οι Βορειοηπειρώτες αρνήθηκαν να συμβιβαστούν, με αποτέλεσμα, στις 28 Φεβρουαρίου 1914, να επαναστατήσουν και να ιδρύσουν την προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου με Πρόεδρο τον Γεώργιο Χριστάκη – Ζωγράφου και με πρωτεύουσα του αυτόνομου κράτους το Αργυρόκαστρο. Οι Βορειοηπειρώτες πίστευαν ότι είχαν προδοθεί από το Ελληνικό Κράτος, καθώς αποχώρησε από την περιοχή, αλλά και για τον λόγο ότι το τελευταίο δεν τους εφοδίαζε με όπλα προκειμένου να αντισταθούν στους Αλβανούς. Οι περιοχές Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Δέλβινο, Άγιοι Σαράντα και Πρεμετή ήταν κάτω από τη διοίκηση της αυτόνομης Βορείου Ηπείρου.

Μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού ξέσπασαν ταραχές ανάμεσα στις αλβανικές και ελληνικές βορειοηπειρωτικές δυνάμεις. Μετά από σφοδρές μάχες, οι Ηπειρώτες κατάφεραν να πάρουν στον έλεγχο τους και τις περιοχές Ερσέκα και Κολωνία και την Κορυτσά. Με την παλικαρίσια αντίσταση των Βορειοηπειρωτών, η Αλβανία αναγκάστηκε να κατέλθει σε συμφωνία, στις 17 Μαΐου το 1914 και έτσι υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας. Με αυτή τη συμφωνία αναγνωριζόταν επίσημα από την Αλβανία η Αυτονομία της περιοχής υπό την αιγίδα του Πρίγκιπα Βηντ της Αλβανίας, ο οποίος δεν είχε ιδιαίτερες αρμοδιότητες.

Η Αλβανική Κυβέρνηση θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να απολύει τους κυβερνήτες και τους ανωτέρους υπαλλήλους. Επίσης, η συμφωνία προέβλεπε ότι στη χωροφυλακή θα στρατολογούνταν μόνο αυτόχθονες και απαγορευόταν η παραμονή στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες δεν αποτελούνταν από ντόπιους, εκτός αν υπήρχε επανάσταση ή πόλεμος. Ακόμη, προέβλεπε στα σχολεία να διδάσκεται η Ελληνική Γλώσσα και μόνο στις τρείς πρώτες τάξεις του δημοτικού η Αλβανική παράλληλα με την Ελληνική. Το μάθημα των θρησκευτικών θα διδασκόταν στα Ελληνικά. Η κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου ζήτησε από τις Μεγάλες Δυνάμεις όπως εγγυηθούν για το Πρωτόκολλο.

Την 1η Ιουνίου, οι Μεγάλες Δυνάμεις επικύρωσαν το Πρωτόκολλο και λίγες μέρες αργότερα, στις 23 Ιουνίου 1914, η Αλβανική Κυβέρνηση το αποδέχθηκε και παρέδωσε το επίσημο έγγραφο του Πρωτοκόλλου στην αυτόνομη κυβέρνηση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι κάτοικοι της Χειμάρρας δεν ήταν υπέρ του Πρωτοκόλλου, καθώς επιθυμούσαν την άμεση Ένωση με την Ελλάδα (Ένωσις ή Θάνατος). Λίγες μέρες μετά, τέθηκε σε εφαρμογή το Πρωτόκολλο, αλλά λόγω της έναρξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν λειτούργησε. Το ίδιο συνέβη και μετά τη λήξη του πολέμου, αν και δεν αναιρέθηκε ποτέ με κάποια άλλη συμφωνία.

Ως φοιτητές και ως ενεργοί πολίτες, οφείλουμε να έχουμε άσβεστους στη μνήμη μας τους αγώνες του απανταχού Ελληνισμού, αλλά και να στηρίζουμε την κάθε προσπάθεια επιβίωσης του. Όσοι στοχεύουν στην εξαφάνιση κάθε ελληνικού στοιχείου από περιοχές που είναι αναμφισβήτητα Ελληνικές, θα αντιμετωπίσουν πρώτα όλους τους Έλληνες.

«Η Βόρειος Ήπειρος είναι μια από τις πλέον πονεμένες πατρίδες του Ελληνισμού. Παρόλα αυτά και παρά την αδιανόητη αντιμετώπιση της οποίας έτυχε από το Ελληνικό Κράτος, δεν λησμόνησε ποτέ την Ελλάδα. Ως Έλληνες Κύπριοι, κατανοούμε απόλυτα τον πόνο των Βορειοηπειρωτών που δεν μπορούν να ζήσουν ελεύθεροι στην πατρίδα τους. Κατανοούμε τα προβλήματα στη διατήρηση της εθνικής μειονότητας και υποσχόμαστε ότι σε κάθε αγώνα τους θα είμαστε δίπλα τους.»

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ. Θεσσαλονίκης