Απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο η Συρία

Την αντίθεση της Συρίας για το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξέφρασε ο Σύρος μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, Μπασάρ Τζααφάρι, με επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η εν λόγω επιστολή απεστάλη στις 29 Απριλίου και αναφέρεται μεταξύ άλλων σε παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από πλευράς της Τουρκίας, η οποία προσπαθεί να «εδραιώσει την παράνομη κατοχή στα εδάφη άλλων χωρών», όπως σημειώνεται, ενώ υποδηλώνει και τη στήριξη της συριακής κυβέρνησης προς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μητροπολιτικής Ελλάδας και της Κύπρου.

Επιπλέον, σύμφωνα με την επιστολή, φαίνεται ότι η συγκεκριμένη στρατηγική που ακολουθείται από την Τουρκία, θα επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα σε διάλογο που ενδέχεται να υπάρξει μελλοντικά, σχετικά με την οριοθέτηση κοινών θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Συρίας. Σημαντικό, επίσης, είναι το γεγονός ότι μέσω της παρέμβασής του, ο Σύρος αντιπρόσωπος ζητά από τον Γ.Γ του Ο.Η.Ε να μην αποδεχθεί να καταχωρηθεί το περιεχόμενο του μνημονίου στην αρμόδια Διεύθυνση του Ο.Η.Ε «για χάρη της διασφάλισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των χωρών της περιοχής».

Συγκεκριμένα, στην επιστολή του επισημαίνει εκ μέρους της συριακής κυβέρνησης τα εξής:

«1. Σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, οποιαδήποτε οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων δεν θα πρέπει να επηρεάζει τρίτα μέρη που δεν έχουν συμφωνήσει για προσωρινές διευθετήσεις στην παρούσα συμφωνία, και αυτή η οριοθέτηση ενδέχεται να μην είναι μονομερής. Το Κράτος που θέλει να οριοθετήσει, υποχρεούται υπό αυτή την έννοια, τη στιγμή που οριοθετεί τα θαλάσσια σύνορά του, να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις απόψεις των άλλων παράκτιων κρατών με αντίθετες ή παρακείμενες ακτές κατά τρόπο που να σέβεται την κυριαρχία των κρατών και σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, με τρόπο που διασφαλίζει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην ανατολική Μεσόγειο και αποτρέπει την εμφάνιση συγκρούσεων μεταξύ των χωρών της.

  1. Το διεθνές εθιμικό δίκαιο και νομολογία έχουν αποφανθεί για το απαράδεκτο των συμφωνιών για τον καθορισμό των συνόρων σε περιόδους πολέμου και εσωτερικών ένοπλων συγκρούσεων, με τρόπο που οδηγεί στην εκμετάλλευση των εξαιρετικών εσωτερικών συνθηκών μιας χώρας που βιώνει πόλεμο ή ένοπλη σύγκρουση.
  2. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το λεγόμενο Μνημόνιο Κατανόησης που υπεγράφη μεταξύ της τουρκικής πλευράς και της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης δεν πρέπει να καταχωρηθεί βάσει του άρθρου 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή να δημοσιευτεί από το Τμήμα Ωκεάνιων Υποθέσεων και του Δικαίου της Θάλασσας με οποιονδήποτε τρόπο, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα πολιτικά όργανα και κόμματα της Λιβύης, με επικεφαλής το κοινοβούλιο, απέρριψαν το μνημόνιο και αρνήθηκαν να το επικυρώσουν.
  3. Στον Γενικό Γραμματέα εστάλη επιστολή από τον Πρόεδρο του κοινοβουλίου της Λιβύης, η οποία περιλάμβανε την απόρριψη αυτού του Μνημονίου Κατανόησης, ως άκυρου έγγραφου. Το άρθρο 8 παράγραφος 2(f) της Λιβυκής Πολιτικής Συμφωνίας του 2015, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας με το ψήφισμα 2259 (2015), προβλέπει ότι απαιτείται η έγκριση τέτοιων συμφωνιών από το κοινοβούλιο της Λιβύης.
  4. Το παρόν Μνημόνιο παραβιάζει τις αρχές και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων, επειδή δεν υπάρχουν αλληλεπικαλυπτόμενες θαλάσσιες περιοχές ή κοινά σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει νομική βάση για την υπογραφή ενός τέτοιου «μνημονίου συμφωνίας» μεταξύ αυτών των δύο μερών. Αντίθετα, τα πολιτικά γεγονότα και οι νομικές αρχές αποδεικνύουν ότι η υπογραφή αυτού του μνημονίου συνεννόησης είναι απλώς μια προκλητική πολιτική δράση που θα κάνει την περιοχή της Μεσογείου ένα πεδίο σύγκρουσης και έντασης και μπορεί να προκαλούν περιορισμένες ή εκτεταμένες συγκρούσεις.
  5. Περιττό να πούμε ότι το προαναφερθέν μνημόνιο συνεννόησης αντιπροσωπεύει μια κατάφωρη επίθεση στα κυρίαρχα οικονομικά δικαιώματα της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου και επηρεάζει αρνητικά την αποκλειστική οικονομική ζώνη μεταξύ αυτών των κρατών.
  6. Επιπλέον, τα όρια της υποτιθέμενης «υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης», όπως ορίζονται στο παρόν μνημόνιο, είναι πλασματικά, παράνομα, αυθαίρετα και προκλητικά, θέτοντας έτσι σοβαρά σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα και κινδυνεύουν να καταστεί η Μεσόγειος ζώνη σύγκρουσης.
  7. Η κυβέρνηση της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας εκφράζει την έντονη αντίθεσή της σε αυτό το παράνομο μνημόνιο συνεννόησης και το απορρίπτει ως άκυρο που δεν επηρεάζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Επιπλέον, ένα τέτοιο μνημόνιο σίγουρα θα προκαλέσει νομικά, πολιτικά και πρακτικά προβλήματα στο μέλλον σε περίπτωση συμφωνίας για τον καθορισμό των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Συρίας και Τουρκίας. Με απλά λόγια, η τουρκική πλευρά επιδιώκει, μέσω ενός τέτοιου μνημονίου, να νομιμοποιήσει και να εδραιώσει το status quo της παράνομης κατοχής της στα εδάφη άλλων χωρών, εκτός από την προσπάθεια υφαρπαγής των δικαιωμάτων άλλων στην αποκλειστική οικονομική ζώνη.»

Μέσω αυτής της επιστολής, η συριακή κυβέρνηση τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Μητροπολιτικής Ελλάδας και της Κύπρου στα ελληνικά χωρικά ύδατα και στην κυπριακή ΑΟΖ αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, καταδικάζει την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας από πλευράς της Τουρκίας εις βάρος των κρατών αυτών, καθώς και της Αιγύπτου.

Επίσης, εκτός από τις αναφορές του Σύρου αντιπροσώπου στις συνθήκες που καθορίζουν το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι σημαντική η αναφορά στην απόρριψη του παράνομου μνημονίου από το κοινοβούλιο της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, καθώς βάσει της συμφωνίας που σημειώνεται στην επιστολή, απαιτείται η έγκριση τέτοιων συμφωνιών από το εν λόγω κοινοβούλιο. Αποτελεί, δηλαδή, ένα ακόμα νομικό επιχείρημα, προκειμένου να αποτραπεί η καταχώρηση του τουρκικού εγγράφου στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Σχετικά με τη Λιβύη, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, η Τουρκία φαίνεται να ενισχύει τις δυνάμεις της στην περιοχή και να συσφίγγει τις σχέσεις της με την λιβυκή κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που πραγματοποιείται μαζική αποχώρηση Ρώσων μισθοφόρων, που πολεμούσαν στο πλευρό του Στρατάρχη Χαφτάρ. Οι λόγοι απόσυρσης των Ρώσων δεν είναι ακόμα σαφείς, ωστόσο το γεγονός αυτό θα ευνοήσει την τουρκική πλευρά. Αν και εφόσον αποδυναμωθούν οι δυνάμεις του Χαφτάρ, η Τουρκία θα προσπαθήσει να επιβάλει την κυριαρχία της στο λιβυκό έδαφος.

Ακολούθως, με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο να βρίσκεται στο προσκήνιο, θα εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία για τον Τούρκο Πρόεδρο, προκειμένου να προχωρήσει τα σχέδιά του, όποια κι αν είναι αυτά, σχετικά με την αποτροπή της κατασκευής του αγωγού EastMed. Άλλωστε, αυτός ήταν ο λόγος που η τουρκική πλευρά ανακοίνωσε εξ αρχής την οριοθέτηση κοινών θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Η επόμενη κίνηση του Ερντογάν, ενδεχομένως να αφορά την ανακοίνωση της κατασκευής ενός αγωγού στην περιοχή που ορίζεται στο παράνομο μνημόνιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, και εφόσον καθυστερήσει για τον οποιονδήποτε λόγο η υλοποίηση του αγωγού EastMed, η δική μας πλευρά θα βρεθεί σε ακόμα πιο δυσχερή θέση. Η επιστολή του Σύρου αντιπροσώπου μπορεί να ενισχύσει την ελληνική διαπραγματευτική θέση, εφόσον αυτή εκμεταλλευτεί ορθά το ζήτημα. Ωστόσο, σε μια περίοδο που οι εξελίξεις τρέχουν υπέρ της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής, επιβάλλεται να ληφθούν ΑΜΕΣΑ επιπλέον δραστικά μέτρα, όπως είναι η μονομερής ανακήρυξη της ΑΟΖ του Ελλαδικού μας κράτους, με τρόπο που αυτή να ενοποιείται με την αντίστοιχη ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που αποτελεί δικαίωμα του ελλαδικού κράτους, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Έτσι, η Τουρκία θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση, καθώς το παράνομο μνημόνιο δεν θα έχει πλέον ούτε πολιτική ισχύ. Επίσης, σε αυτή την περίοδο, είναι σημαντικό να συσφιχθούν οι σχέσεις με την κυβέρνηση της Συρίας που είναι πασιφανές ότι υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Ελληνισμού. Θα ήταν θετικό να διερευνηθεί κατά πόσον είναι δυνατή η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ της Κύπρου και της Συρίας. Οι συγκεκριμένες ενέργειες είναι δυνατόν να ανατρέψουν τα τετελεσμένα που προσπαθεί να επιβάλει η Τουρκία εις βάρος του Ελληνισμού και να συμβάλουν στο να θερμανθούν οι σχέσεις με κράτη της περιοχής, ούτως ώστε να αλλάξουν οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

«στη γλώσσα που πρωτομίλησα»

«στη γλώσσα που πρωτομίλησα»

Τις κατά τόπους μορφές της Νέας Ελληνικής γλώσσας τις ονομάζουμε κοινώς διαλέκτους. Στη γλωσσική, όμως, επιστήμη γίνεται διαχωρισμός σε δύο κατηγορίες: τη διάλεκτο και το ιδίωμα. Με απλά λόγια, διάλεκτος ονομάζεται η τοπική γλωσσική παραλλαγή της οποίας οι διαφορές από την Κοινή Νεοελληνική είναι μεγάλες και δυσκολεύουν έναν ομόγλωσσο που δεν είναι ντόπιος, να κατανοήσει πλήρως το νόημα του λόγου. Ιδίωμα ονομάζεται η τοπολαλιά με αισθητές διαφορές από την Κοινή, που όμως, δεν δυσκολεύουν στην κατανόηση του νοήματος.

Σήμερα, διάλεκτοι θεωρούνται: η Ποντιακή, η Καππαδοκική, η Τσακωνική και η Κατωιταλική. Όλες οι άλλες διαφοροποιήσεις της Κοινής Νεοελληνικής ονομάζονται ιδιώματα. Βέβαια, το κρητικό και κυπριακό ιδίωμα ονομάζονται, κατά παραχώρηση, διάλεκτοι, αναγνωρίζοντας έτσι, μια ενδιάμεση βαθμίδα γλωσσικής διαφοροποίησής. Την  εποχή της Αναγέννησης και της Φραγκοκρατίας, η ενδιάμεση αυτή βαθμίδα μας έδωσε και γραπτά μνημεία, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ιδιώματα, τα οποία μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά μόνο προφορικά.

Ως απάντηση σε αυτούς που θεωρούν τον διαλεκτικό λόγο στρέβλωση της ελληνικής γλώσσας απαντούν ορισμένοι ειδικοί, παρομοιάζοντας τις διαλέκτους με «μικρά ποταμάκια που τροφοδοτούν και ενισχύουν το μεγάλο ποτάμι, που είναι η μητρική μας γλώσσα. Αν οι παραπόταμοι στερέψουν, θα φτωχύνει μαζί τους και το μεγάλο ποτάμι». Αποτελούν ίσως το σημαντικότερο στοιχείο του λαϊκού μας πολιτισμού, ένα ζωτικής σημασίας κληροδότημα που οφείλουμε, αφού το αγαπήσουμε, να το διατηρήσουμε και να το μεταδώσουμε, μετατρέποντάς το σε συνειδητή κληρονομιά.

 

«Που ρίζας τζαι που θεμελιού

τα γρόνια της λαλιάς μας

τα μέτρησα τζ’ εν ακριβώς

όσα εν τα μαλλιά μας.

 

Εμμε το φως συνότζαιρα

προ του Χριστού τα χρόνια.

Εν σαν σιταροβούναρα

στης Μεσαρκάς τ’ Αλώνια»

 

Η αρχαία διάλεκτος της Κύπρου, λόγω της απομόνωσής του νησιού από τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο, παρέμεινε άθικτη στην αρχαϊκή της μορφή μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους (300 π.Χ.-550 μ.Χ.). Είναι, ουσιαστικά, η αρχαιότερη ελληνική διάλεκτος με αρκετούς ιστορικούς να τη θεωρούν, σήμερα, ως τη μοναδική πραγματικά ζωντανή ελληνική διάλεκτο. Ανήκει στη λεγόμενη νησιωτική ζώνη του «ίντα» (μαζί με την Κρήτη, τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα), επειδή χρησιμοποιεί την αντωνυμία «ίντα» (< τι ένι τα) αντί της αντωνυμίας «τι» στην εισαγωγή ερωτηματικών προτάσεων. Ακούγοντας τη διάλεκτο αυτή, προσέχουμε αμέσως την προφορά των διπλών συμφώνων της αρχαίας ελληνικής (άλ-λος, αλ-λάσ-σω – σήμ-μερα, ποτ-τέ, κρεμ-μός, πίν-νω), κάτι που δεν συμβαίνει σε καμία άλλη διάλεκτο. Κατάλοιπα της αρχαίας ελληνικής είναι και οι ρηματικές καταλήξεις: -μεθαν, -ομεν, -ουσιν και –ασιν (κλώθουσιν, φεύκουσιν, εχαθήκασιν). Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν λέξεις όπως ο «βόρτακος», την οποία χρησιμοποιούσαν οι Αχαιοί από τον 12 αι. π.Χ. και την χρησιμοποιούμε απαράλλαχτη μέχρι σήμερα.

Βέβαια, δεν μιλάνε σε όλο το νησί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Συνολικά, συναντάμε 18 ιδιώματα της κυπριακής διαλέκτου με επικρατέστερα αυτά της Πάφου (βαρετή, ελλειπτική προφορά), της Μόρφου (υπερβολικό κράτημα της φωνής), της Λεμεσού, των Κοκκινοχωρίων, το ορεινό (πολύ γρήγορη ομιλία) και της Λευκωσίας.

«Η γλώσσα μας είναι επίσης και ιστορία μας»

Μελετώντας τον πλούτο της κυπριακής διαλέκτου, μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει και κομμάτια της ιστορίας του νησιού. Κάθε λαός που πέρασε από το νησί άφησε πίσω του γλωσσικά κατάλοιπα, τα οποία δημιούργησαν ένα κράμα μνήμης, ιστορίας και πολιτισμών. Αναλύοντας τη γλώσσα λοιπόν, ξεδιπλώνεται και το νήμα της ιστορίας ενός τόπου. Συναντούμε λέξεις των Αχαιών και των Αρκάδων, όπως «βόρτακος, βαβάτσινός». Λέξεις της Κλασσικής εποχής, όπως «βουρώ, πιντώννω», που αποτελούν και τον κορμό της κυπριακής διαλέκτου. Πώς να μην νιώσει κανείς συγκίνηση χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις με τις οποίες έγραψε ο Όμηρος τα έπη του; Από την Αττική διάλεκτο έχουμε λέξεις όπως «δείλης, λαώννω, πελλός». Και πώς να μην νιώσει κανείς δέος χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις με τις οποίες έγραφαν οι Απόστολοι; Την περίοδο της Φραγκοκρατίας, που ξεκινά το 1192, εντάσσονται αρκετές λέξεις από την αρχαία Γαλλική, όπως «σιμιντίριν, φλαούνα, ζαλατίνα, ζάμπα», αλλά και ελάχιστες αραβικές όπως «παττίχα, κούλου-μάκκα». Τα αμέσως επόμενα χρόνια, το νησί κατακτούν η Ενετοί, μέχρι το 1570. Φεύγοντας όμως, άφησαν πίσω τους λέξεις όπως «πότσα, μάτσα, φόκος, κλάππα». Τις δύο αυτές περιόδους, έχουμε ουσιαστικά την μεσαιωνική κυπριακή διάλεκτο. Η νεότερη φάση της διαλέκτου, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα, ξεκινά το 1571 με την Τουρκοκρατία και λέξεις όπως «ατζαμής, σαματτάς». Εμφανή είναι και τα απομεινάρια της Αγγλοκρατίας κάθε φόρα που χρησιμοποιούμε τις λέξεις «κανσελλάρω, σουττάρω, παρκάρω, φλερτάρω, ρισκάρω». Κατά την περίοδο αυτή, στην προσπάθεια τους οι Άγγλοι να αφελληνίσουν το νησί, πολέμησαν την κυπριακή διάλεκτο αφού γνώριζαν ξεκάθαρα ότι είναι διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας. Ο Άγγλος Αρμοστής Sir Robert Biddulph είχε εισηγηθεί, ανεπιτυχώς, την αντικατάσταση της γλώσσας διδασκαλίας στα σχολεία, από ελληνική σε αγγλική. Προσπάθησαν με προπαγάνδα να πείσουν τους κατοίκους του νησιού ότι η διάλεκτός τους δεν είναι Ελληνική και ότι ούτε οι Κύπριοι είναι Έλληνες. Οι Κύπριοι, όμως, δεν έμειναν με τα χέρια σταυρωμένα. Βλέπουμε ποιητικές συνθέσεις, οι οποίες αναπτερώνουν το ηθικό των Κυπρίων, όπως αυτή του Βασίλη Μιχαηλίδη «Η Κύπρος (Προς τους λέγοντας ότι δεν είναι Εληνική)» αλλά και το «Καρτερούμεν μέρα νύχτα» του Δημήτρη Λιπέρτη. Μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, και τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμού, αρκετά από τα τοπικά ιδιώματα που είχαν προηγουμένως αναπτυχθεί, υποχώρησαν μπροστά στην νεοελληνική κοινή. Η διάλεκτός μας, παρόλες τις επιρροές από τόσους πολλούς πολιτισμούς σε βάθος τόσων αιώνων δεν αλλοιώθηκε. Δεν έχασε ποτέ τις ελληνικές της ρίζες. Παρά μόνο εμπλουτίστηκε και απέκτησε τη σημερινή της μορφή καθιστώντας την μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ελληνικές διαλέκτους και χάρη στη μουσικότητά της, μία από τις πιο εύηχες.

«μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά»

Το νησί, γέννησε πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες όπως τον Βασίλη Μιχαηλίδη (1849-1917) και τον Δημήτρη Λιπέρτη (1866-1937), αλλά και νεότερους όπως τον Παύλο Λιασίδη (1901-1985), οι οποίοι χρησιμοποίησαν την κυπριακή διάλεκτο για την παραγωγή του έργου τους. Βέβαια, όσον αφορά την λογοτεχνική παραγωγή του νησιού, υπάρχουν αρκετοί ποιητές άλλα και πεζογράφοι που εκφράζονται στην Κυπριακή ακόμη και σήμερα, όπως επίσης κυπριακά παραδοσιακά και δημοτικά τραγούδια, σκετς, θεατρικές και τηλεοπτικές σειρές. Εξαιρετικά είναι επίσης και τα κυπριώτικα ερωτικά σονέτα του 15ου αιώνα. Ακόμη και αυτά τα κατεξοχήν «κυπριακά» έργα όμως, αποτελούν παραλλαγές τύπων που συναντάμε στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ακόμα και αν πολλές φορές η κυπριακή εκδοχή ανήκει κατά γενική ομολογία στις πιο αξιόλογες που κυκλοφορούν. Εξαιτίας της απομόνωσης του νησιού, οι Κύπριοι λογοτέχνες έμεναν, δυστυχώς, λογοτέχνες της περιφέρειας, χωρίς να επηρεάζουν την εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν δημιούργησαν δηλαδή κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα και μόνο ορισμένες εξαιρέσεις κατάφεραν να συγκινήσουν τον εθνικό κορμό. Αυτό, αποδόθηκε από ορισμένους στο γεγονός ότι έγραφαν στη κυπριακή διάλεκτο. Ο Κωστής Παλαμάς, προλογίζοντας τον δεύτερο τόμο των «Τζυπριώτικων Τραουθκιών» του Λιπέρτη, παρατηρεί ότι ο ποιητής αγνοεί την εξέλιξη της ελληνικής ποίησης της εποχής του. Ο Κώστας Μόντης υπήρξε από τους σημαντικότερους σύγχρονους Κύπριους ποιητές, ο οποίος μάλιστα προτάθηκε και για το βραβείο Νόμπελ. Έγραψε τόσο στην κοινή νεοελληνική όσο και στην κυπριακή διάλεκτο, «στην γλώσσα που πρωτομίλησε». Το 1972 μετέφρασε την Λυσιστράτη του Αριστοφάνη στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα. Ορισμένα από τα ιδιωματικά του ποιήματα μελοποιήθηκαν και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.

«την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική» και την διάλεκτο κυπριακή

Σύμφωνα με τον κ. Μπαμπινιώτη «οι άνθρωποι εδώ στην Κύπρο διαθέτουν δύο προνόμια. Μια κοινή γλώσσα καλλιεργημένη, που είναι η ελληνική και μια διάλεκτο της ελληνικής που είναι πλούσια, την κυπριακή. Δεν βρίσκονται αυτές οι δύο μορφές της ελληνικής σε αντιπαράθεση, αλλά έχουν μια συμπληρωματική σχέση μεταξύ τους». Θα ήταν λάθος λοιπόν, ο δάσκαλος ή ο γονέας, να διορθώσει το παιδί όταν αυτό χρησιμοποιεί λέξεις της κυπριακής διαλέκτου. Είναι πραγματικά κρίμα, το γεγονός ότι πλέον η Κυπριακή διάλεκτος δεν χρησιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό όπως παλαιότερα, κυρίως λόγω της απομάκρυνσης των ανθρώπων από τα χωριά και του συνωστισμού τους στις πόλεις. Είναι χρέος μας να διασφαλίσουμε πως η κληρονομία της διαλέκτου μας δε θα χαθεί. Γιατί αν χαθεί, χάνεται μαζί της και ένα τεράστιο κομμάτι του πολιτισμού που αυτή εκπροσωπεί. Γιατί αν χαθεί, χάνεται μαζί της και η ιστορίας μας, η ταυτότητά μας.

«Σε τι βαθιούς κόρφους, σε τι βυθούς         

έκρυψες τη γλώσσα σου                                                                                 

να μη σού την αγγίξουν τρεις χιλιάδες χρόνια,

σε τι βαθιούς κόρφους, σε τι βυθούς

έκρυψες τα Ελληνικά σου

να μη σου τ’ αγγίξουν τρεις χιλιάδες χρόνια;»

 

Γραφείο Τύπου

Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης