Βέτο στην επιβολή κυρώσεων κατά Λευκορωσίας

Η Κύπρος δεν συναίνεσε στην επιβολή κυρώσεων κατά της Λευκορωσίας στο άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών, λόγω έλλειψης ομοφωνίας για την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία για την καταπάτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου στην κυπριακή ΑΟΖ. Συγκεκριμένα, η κυπριακή κυβέρνηση αρνείται να υποστηρίξει τα μέτρα, εκτός εάν το μπλοκ επιβάλει κυρώσεις και στην Τουρκία.

Επί της ουσίας, η Κύπρος δεν είναι κατά των κυρώσεων στη Λευκορωσία, αλλά είναι αντίθετη στη στάση της Ε.Ε να μην προχωρήσουν παράλληλα και οι κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Η Ε.Ε είχε υποσχεθεί παράλληλη δράση και κατά της Τουρκίας, κάτι το οποίο φαίνεται να μην τηρεί. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, κατά τη διάρκεια του άτυπου Συμβούλιου, ζήτησε συνεπή αντίδραση από την Ε.Ε σε όλες τις παραβιάσεις από τρίτη χώρα προς τα κράτη-μέλη της, σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα κυρίαρχα δικαιώματα, ζητώντας την εφαρμογή των πολιτικών αποφάσεων που επιτεύχθηκαν ομόφωνα τον περασμένο μήνα στο Gymnich. Σε αυτό το πλαίσιο, επανέλαβε ότι η Ε.Ε δεν μπορεί να έχει επιλεκτική αντίδραση όταν παραβιάζεται το Διεθνές Δίκαιο, αναλόγως του ποιος προβαίνει σε αυτή την παραβίαση.

Έπειτα, ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου έθεσε το ζήτημα της κλιμάκωσης της τουρκικής έντασης στην περιοχή της κυπριακής ΑΟΖ μετά την τελευταία ανανέωση των δύο NAVTEX, υπενθυμίζοντας ότι στο Gymnich είχε επιτευχθεί ομόφωνα πολιτική συναντίληψη, η οποία προβλέπει ότι η διαδικασία για Λευκορωσία και Τουρκία θα κινηθεί παράλληλα. Ακολούθως, επανέλαβε τη θέση της Κύπρου ότι η Ε.Ε δεν μπορεί να έχει «δύο μέτρα και δύο σταθμά» και να αναλώνεται μόνο στις συζητήσεις, αλλά απαιτείται και εφαρμογή των αποφάσεών της.

Κατά την άφιξή του στο Συμβούλιο, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, Χάικο Μάας, μίλησε για «παράθυρο διπλωματίας» που έχει ανοίξει σε σχέση με την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η στάση του Γερμανού ΥπΕξ και γενικότερα η στάση που ακολουθεί η Γερμανία σε αυτό το θέμα δεν μας ξενίζει καθόλου, καθώς προσπαθεί να περάσει μια πολιτική κατευνασμού, διαλόγου και συμβιβασμού. Έτσι, αρνείται να στηρίξει τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας, με την οποία διατηρεί μια συνεργασία σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, τόσο πολιτικού όσο και οικονομικού περιεχομένου.

Δεν νοείται, τα συμφέροντα ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι οι πολύ στενοί οικονομικοί δεσμοί του Βερολίνου με την Άγκυρα, να μπαίνουν πάνω από το συλλογικό συμφέρον της Ε.Ε, διαφορετικά υπονομεύεται η ευρωπαϊκή συνοχή και η ενότητα. Η μη επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας, την αποθρασύνει και την οδηγεί σε νέες επιθετικές ενέργειες εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου. Όσο η Ε.Ε «κρύβεται» πίσω από συμφέροντα και δεν λαμβάνει δραστικά μέτρα κατά των προκλήσεων της Τουρκίας, αυτή θα συνεχίζει αδιάκοπα να παρανομεί και να προκαλεί. Σε μια κρίση η οποία απαιτεί τη στήριξη στις δικές μας δυνάμεις, η άσκηση του βέτο αποτελεί ένα θετικό βήμα για να διεκδικήσουμε τα δίκαιά μας. Εν τούτοις, η Κ.Δ και η Ε.Δ θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν θέσει βέτο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας εδώ και καιρό. Έτσι δεν θα φτάναμε στο σημείο να πρέπει να «σαμποτάρουμε» τις κινήσεις της Ε.Ε προς κράτη που δεν σχετίζονται με το θέμα των τουρκικών προκλήσεων, προκειμένου να μας «ακούσουν» οι Ευρωπαίοι.

Απαιτείται να γίνει πλήρως κατανοητό προς ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να εθελοτυφλεί όταν κάτι αφορά την τρομοκρατική Τουρκία, που κατέχει παράνομα το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά να απαιτεί τη συναίνεσή μας όταν επιθυμεί να εφαρμόσει πολιτικές κυρώσεων σε άλλες χώρες. Απαιτούμε από τους Ευρωπαίους «εταίρους», να λάβουν πρακτικά μέτρα αποτροπής της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής και να τερματίσουν τα παιχνίδια εντυπώσεων και τις κατευναστικές ενέργειες έναντι ενός κράτους γενοκτόνου και κατακτητή.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Μιχαήλ Κουτσόφτας, Στέλιος Μαυρομάτης και Ανδρέας Παναγίδης

Ήταν τρία παλικάρια που έθεσαν πάνω απ’ όλα τον πόθο τους για Λευτεριά και Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Ήταν έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για την εκπλήρωση του σκοπού του εθνικού αγώνα. Έτσι, πριν από 64 χρόνια πέρασαν το κατώφλι της αθανασίας, τραγουδώντας περήφανα τον Εθνικό Ύμνο μέχρις ότου ακουστεί ο ήχος της καταπακτής. Μόνο έτσι μπορούσε ο αγγλικός ζυγός να τους κάνει να σωπάσουν. Ωστόσο, ο προαιώνιος πόθος για Λευτεριά είχε δυναμώσει ακόμα παραπάνω, η αδικία και ο πόνος είχαν γίνει περίσσιο θάρρος και άσβεστη φλόγα στα στήθια του κάθε Έλληνα, που δεν επρόκειτο ποτέ να χαθεί ή να λυγίσει, μπροστά στους κατακτητές και τους αφεντάδες.

Μιχαήλ Κουτσόφτας

«…Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε το θάνατο, αφού πιστεύουμε στο αληθινό φως. Απ’ τη στιγμή που άκουσα την ώρα της εκτελέσεώς μας, νιώθω την ψυχή μου να είναι γιομάτη από μια αληθινή χαρά…».

Ανδρεία. Είναι το λιγότερο που μπορούμε να πούμε για έναν ήρωα που ήταν έτοιμος από καιρό να θυσιαστεί στο όνομα της Ελευθερίας. Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε το θάνατο, όπως ο ίδιος έγραφε σε ένα γράμμα προς τη μάνα του. Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας γεννήθηκε στο Παλιομέτοχο, στις 12 Νοεμβρίου του 1934. Ήταν παιδί της Ελένης και του Κυριάκου Κουτσόφτα και είχε πέντε αδέρφια. Ήταν παντρεμένος με την Ευγενία Κουτσόφτα. Αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο και ακολούθως εργάστηκε ως οικοδόμος και αργότερα ως μπογιατζής σε υφαντουργείο.

Εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α, χωρίς να το αναφέρει σε κανέναν. Πρώτη του δράση ήταν η ανύψωση της Ελληνικής Σημαίας στην κορυφή των ευκαλύπτων του χωριού του, μαζί με τον Ανδρέα Παναγίδη, την οποία οι Άγγλοι κατέβασαν. Ένα βράδυ όμως, οι ήρωες έκοψαν τα κλαδιά για να μην μπορούν να την κατεβάσουν ξανά. Στις 16 Μαΐου 1956, μαζί με τους Ανδρέα Παναγίδη και Παρασκευά Χοιροπούλη σκόπευαν να πάρουν τα όπλα που βρίσκονταν στο χώρο του αεροδρομίου Λευκωσίας και να κρατήσουν όμηρο τον Άγγλο στρατιώτη που τα φύλαγε. Το σχέδιό τους ήταν να τον ανταλλάξουν με τους Χαρίλαο Μιχαήλ και Ανδρέα Ζάκο. Στην προσπάθεια της επιχείρησης συνελήφθησαν και οι τρεις. Αρχικά, ο Κουτσόφτας οδηγήθηκε στον Άγιο Δομέτιο και στη συνέχεια φυλακίστηκε. Δικάστηκε και στις 18 Ιουνίου εκδόθηκε απόφαση ότι θα καταδικαστεί σε θάνατο με απαγχονισμό όπως και ο Ανδρέας Παναγίδης. Στις 23 Ιουλίου, ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε. Απαγχονίστηκε μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 21ης Σεπτεμβρίου 1956, μαζί με τους Στέλιο Μαυρομμάτη και Ανδρέα Παναγίδη.

 Στέλιος Μαυρομάτης

Ο Στέλιος Μαυρομάτης γεννήθηκε στο χωριό Λάρνακα της Λαπήθου της επαρχίας Κερύνειας, στις 15 Νοεμβρίου 1932.  Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Χριστόφορου και της Ελένης Μαυρομάτη και είχε τρία αδέλφια. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του, φοίτησε στην Εμπορική Σχολή Σαμουήλ στη Λευκωσία.  Εργάστηκε για δυο χρόνια στον αγγλικό στρατό στην περιοχή του Σουέζ και το 1954 επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως γραφέας, στο αγγλικό αεροδρόμιο της Λευκωσίας.

Εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α και τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου 1955, συμμετείχε σε επιχείρηση δολιοφθοράς εναντίον αγγλικών αεροπλάνων στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Συμμετείχε και συνελήφθη μαζί με τους Ανδρέα Παναγίδη και Μιχαήλ Κουτσόφτα στις 16 Μαΐου, στην επιχείρηση εναντίον του Άγγλου Σμηνία Νόρμαλ Άλφρεντ. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό. Εκτελέστηκε μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 21ης Σεπτεμβρίου 1956, μαζί με τους Ανδρέα Παναγίδη και Μιχαήλ Κουτσόφτα. Το ψυχικό σθένος και η αγάπη του για την πατρίδα φάνηκαν μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του που όταν πλησιάζοντας στην αγχόνη φώναξε στους Άγγλους, «Σκοτώστε με, δεν σας φοβάμαι, είναι πολλοί πίσω μου που θα πάρουν το αίμα μου». Μετά την εκτέλεσή του διεξήχθησαν έρευνες στο σπίτι του και η αδερφή του Μαρία, πυροβολήθηκε από Άγγλο στρατιώτη στη σπονδυλική στήλη, καθηλώνοντάς την σε αναπηρική καρέκλα.

Η αγάπη του για την Ένωση και την ελευθερία χαραγμένη στο τελευταίο του γράμμα προς στην οικογένειά του.

«…Να είστε δε βέβαιοι πως γρήγορα θα ανατείλει το άστρον της Ελευθερίας και της δικαιοσύνης στο νησί μας, τον ψυχρό δε και σκοτεινό χειμώνα των θλίψεων και δοκιμασιών θα επακολουθήσει η γλυκεία άνοιξης της γαλήνης και ευτυχίας. Θέλω να είστε υπερήφανοι γιατί ο υιός και αδελφός σας θυσιάστηκε για την κοινήν ελευθερία. Θυσιάστηκε γιατί θέλησε να χαρεί κι αυτός μαζί με όλους τους Έλληνες της Κύπρου το μεγαλύτερο δώρο που χάρισε ο Θεός στην ανθρωπότητα…»

Ανδρέας Παναγίδης

Ο Ανδρέας Παναγίδης γεννήθηκε στο Παλιομέτοχο, στις 30 Ιανουαρίου 1934. Πατέρας του ήταν ο Γρηγόρης Παναγή και μητέρα του η Δέσποινα Χατζηκυριάκου-Παναγή. Είχε τρία αδέλφια, τη Μαρία, την Άννα και τον Κυριάκο. Εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α και η όρκιση του έγινε από τον τομεάρχη Κυριάκο Γωγάκη. Μία από τις πρώτες του δράσεις ήταν η ύψωση της Ελληνικής Σημαίας στην κορυφή των ευκαλύπτων στο κέντρο του χωριού του, μαζί με το φίλο του Μιχαήλ Κουτσόφτα, την οποία κατέβασαν οι Άγγλοι. Σε έρευνα που διενήργησε Άγγλος στρατιώτης στον τόπο της εργασίας του, βρήκε στην τσάντα του Παναγίδη μια Ελληνική Σημαία και του ζήτησε να σκουπίσει με αυτή τα παπούτσια του. Ο Παναγίδης του επιτέθηκε και τον χτύπησε άγρια, ενώ την επόμενη ημέρα 16 Μαΐου, έξι μέρες μετά την εκτέλεση του Μιχάλη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου, μαζί με τους Μιχαήλ Κουτσόφτα και Παρασκευά Χοιροπούλη, πήγαν στο χώρο του αεροδρομίου Λευκωσίας, στο παρατηρητήριο «Όμηρος». Στόχος τους ήταν να πάρουν τα όπλα που βρίσκονταν εκεί και να απαγάγουν τον Άγγλο στρατιώτη που τα φρουρούσε, τον οποίο σκόπευαν να ανταλλάξουν με το Χαρίλαο Μιχαήλ ή τον Αντρέα Ζάκο. Μέσα στο παρατηρητήριο, υπήρχαν δύο οπλίτες και μετά από μάχη, τραυματίστηκε ο ένας και σκοτώθηκε ο Σμηνίας Πάτρικ Τζων Χέιλ. Προσπάθησαν να διαφύγουν, όμως πρώτος συνελήφθη ο Παναγίδης και δέκα λεπτά αργότερα ο Κουτσόφτας, ενώ δυόμισι ώρες μετά, συνελήφθη ο Παρασκευάς Χοιροπούλης, με τη βοήθεια ελικοπτέρου. Αρχικά, οδηγήθηκε στην Ομορφίτα και στη συνέχεια φυλακίστηκε. Δικάστηκε στις 13 Ιουνίου και στις 18 Ιουνίου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Σε επιστολή που έστειλε στη σύζυγο και τα παιδιά του έγραφε:

«Αξιολάτρευτα μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα, Χαίρετε. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω είναι Τρίτη, 10 η ώρα βράδυ. Ακριβώς πριν τρία λεπτά μας ειδοποίησαν ότι χαράματα της Παρασκευής 21.9.1956, θα εκτελεσθούμε. Ίσως, όταν διαβάζετε αυτό το γράμμα, εγώ να μην υπάρχω αναμεταξύ στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα, στην τόσο νεαρή μου ηλικία. Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γινείτε καλοί Χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά και με μια απέραντη πατρική αγάπη. Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν… Κι εσύ, πολυαγαπημένη μου Γιαννούλα, σου ζητώ για τελευταία χάρη να περνάς καλά με τα παιδιά μας. Αγάπα τα θερμά, τόσο πολύ, και για μένα. Και εγώ από ψηλά θα σας στέλλω τις πιο θερμές μου ευχές. Και να σεβαστείς και το δικό μου όνομα. Βλέπεις ότι η μοίρα θέλησε να μας πικράνει στα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ένα χαμόγελο γλυκύ στολίζει τα χείλη μου, γιατί είμαι ευτυχισμένος που αφήνω τα παιδιά μου σε μια καλή μητέρα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη μια αληθινή χαρά, γιατί είμαι υπερήφανος για σένα. Μη δώσεις καμιά ματιά στο παρελθόν, αλλά κοίταζε το παρόν. Σου ζητώ συγγνώμη και συγχώρεση για ό, τι σου έφταιξα Γιαννούλα… Έχετε γεια, μια και για πάντα, αγαπημένες μου υπάρξεις. Με φιλιά και αγάπη, ο σύζυγος σου και ο αγαπητός σας πατέρας Ανδρέας Σ. Παναγίδης».

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Ελύτης, όπως λέμε Ελλάδα – Πνευματική Ανασκόπηση

«Ελευθερία για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος».

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννιέται στην Κρήτη, στις 2 Νοεμβρίου το 1911. Αποτελεί έναν εκ των σημαντικότερων Ελλήνων ποιητών, από τους τελευταίους εκφραστές της λεγόμενης γενιάς του ‘30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στο 11ο τεύχος του περιοδικού Νέα Γράμματα, τον Νοέμβριο του 1935. Ο ποιητής, ήθελε ένα ψευδώνυμο, το οποίο θα συνόδευε τα ποιήματά του αυτά. «Οι λέξεις που ξεκινούσαν από «ελ» μου ασκούσαν πάντα μια μαγεία. Ελλάδα, Ελευθερία, ελπίδα και μια Ελένη που ερωτεύτηκα». Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον». Και κάπως έτσι γεννιέται ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ο πόλεμος του 1940 σημαδεύει τον ποιητή, ο οποίος πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, το ίδιο και η Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Πλέον, στα ποιήματά του το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιείται μεταφορικά, δοξάζοντας την Ελευθερία και καταδικάζοντας τον πόλεμο και την υποταγή του πνεύματος. Οδηγείται έτσι σε μια ποιητική ωρίμανση, που φαίνεται για πρώτη φορά στο ποίημα «Ήλιος ο πρώτος». Το 1979 τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα». Η Ελευθερία ήταν μια λέξη που τον συγκινούσε βαθύτατα ως έννοια. Έτσι, το 1972, μερικά χρόνια πριν από τη βράβευσή του με Νόμπελ, αρνείται να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας που είχε θεσπίσει η δικτατορία της Χούντας, παραμένοντας πιστός στη λέξη αυτή.

«Ο Έρωτας. Το Αρχιπέλαγος».

Οι δύο πρώτες λέξεις, του πρώτου ποιήματος της πρώτης του συλλογής «ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ», θα μπορούσαν κάλλιστα, όπως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο ποιητής, να χαρακτηρίσουν το σύνολο της ποιητικής του πορείας, με την ωριμότητα βέβαια που απέκτησαν στη διάρκεια του χρόνου. Στηρίζεται στις αισθήσεις, αφού αυτές αποτελούν μια γλώσσα κοινή, που όμως καταφέρνει να τις ανάγει από το «χυδαίο» που ίσως εμπεριέχουν κάποτε, σε ένα επίπεδο εξαγιασμένο. Το ελληνικό τοπίο του ασκεί μια γοητεία μοναδική. Αγοράζει αρκετά βιβλία που έχουν να κάνουν με την ελληνική φύση και παράλληλα περιπλανάται σε όλη την Ελλάδα, σε μια προσπάθειά του να την ανακαλύψει. Η αγάπη του Ελύτη για τον τόπο του και την Ελλάδα άλλαξε την ελληνική ποίηση. Αγάπησε την ελληνική γλώσσα όσο λίγοι – η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8 χιλιάδων λέξεων – και πήγε ένα βήμα παραπέρα, προχωρώντας στον εμπλουτισμό της με νέες λέξεις και συμβάλλοντας στην ανανέωσή της. Το Άξιον Εστί, ο ύμνος Β’ των Παθών, μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλωσσικό μανιφέστο. Η γλώσσα ξεκινά ως κληροδοσία: «Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», αλλά στο τέλος καταλήγει σε συνειδητή κληρονομιά: «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου» με χρήση της κτητικής αντωνυμίας «μου». Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Αμερικής, Φίλιπ Κρίστοφερ, είπε ότι «για μας ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο ποιητής μας, αυτός που μας έμαθε να εκτιμούμε τον πλούτο της γλώσσας μας, να ακριβολογούμε μέσα στα μυστήρια, να αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς της θάλασσας, να σεβόμαστε τα τοπία της πατρίδας μας, να παρατηρούμε το παιχνίδισμα του ήλιου στα κυκλαδόσπιτα».

Πέραν από τον «έρωτα» και το «αρχιπέλαγος», διαβάζοντας τα ποιήματά του, έρχεται στο μυαλό η λέξη «ελληνικότητα», έννοια κεντρική στην ποίησή του, μια λέξη που τότε δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη η σημασία της και που ακόμη και σήμερα ερμηνεύεται από τον καθένα κατά πως τον συμφέρει. Ο Ελύτης, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει την έννοια αυτή εξηγεί πως ελληνικότητα για τον ίδιο «είναι απλούστατα ένας τρόπος να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα. Είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να αντιδρά με έναν καθορισμένο τρόπο. Αυτό είναι ελληνικότητα. Και στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, αλλά και σήμερα». Ο Έλληνας είναι φορέας, πολλές φορές ασυνείδητα, της ελληνικότητας. Η ανωριμότητα δεν επιτρέπει το αίσθημα της ταυτότητας. Ας ωριμάσουμε λοιπόν και ας τολμήσουμε να αγγίξουμε την ταυτότητά μας, με την αγιότητα των αισθήσεων των ποιημάτων του Ελύτη. Για να καταφέρουμε να φτάσουμε την ωριμότητα αυτή που απαιτείται προϋποτίθεται η γνώση της ιστορίας μας. Μιας ιστορίας που κινείται πάντα στα ίδια μοτίβα, με μια Ελλάδα «να αγωνίζεται ως μικρή κι ως αδικημένη».

«ΑΥΤΟΣ, ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

Η αγάπη του Ελύτη για τη μικρή αυτή γη διαφαίνεται σε όλα του τα έργα, τα οποία είναι διάχυτα με εικόνες του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου και η περιγραφή των οποίων φτάνει σε βαθμό δοξολογίας στο ποίημά του, «Άξιον Εστί». Η ιδέα για το σύνολο του έργου αυτού, γεννάται όταν ο ποιητής φεύγει από την Ελλάδα, έχοντας στη σκέψη του εικόνες από τα πεινασμένα Ελληνόπουλα και φτάνοντας στην Ελβετία, όπου έρχεται αντιμέτωπος με το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις συνθήκες διαβίωσης των δύο χωρών. Έτσι, το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» αποκτά έναν χαρακτήρα δεητικό, με αναλογίες όπως αυτές της Θείας Λειτουργίας, αναφερόμενο όμως στο δράμα της Ελλάδας της τότε εποχής. Στο ποίημα γίνεται προσπάθεια να ταυτιστεί η μοίρα του ποιητή με τη μοίρα της Ελλάδας, αφού και οι δυο πασχίζουν για την Ελευθερία.

«αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

(απόσπασμα ποιήματος Η ΓΕΝΕΣΙΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ)

Στο πρώτο μέρος, «Η ΓΕΝΕΣΙΣ», περιγράφεται η ομορφιά του ελληνικού τοπίου και η σημασία της ελληνικής φύσης στη διαμόρφωση του ελληνικού τρόπου ζωής. Αναφέρεται στις ιδιομορφίες του τοπίου – άγονο έδαφος, λειψυδρία – και τονίζεται η σημασία της στέρησης και του μέτρου. Ο άνθρωπος, που δεν έχει γνωρίσει στη ζωή του εύκολο στήριγμα, αναγκάστηκε να φτάσει σε βάθος τη σκέψη του αναζητώντας την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Σε συνέντευξή του, ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί γιατί όταν ο Λε Κορμπιζιέρ (Γάλλος μοντερνιστής αρχιτέκτονας) είδε για πρώτη φορά τα σπίτια των Κυκλάδων έμεινε έκθαμβος: «Αυτό που έψαχναν αυτοί να βρούνε μέσα από τους μαιάνδρους της δυτικής έρευνας, οι τεχνίτες των νησιών τα είχαν βρει ως λύσεις που ήταν και πρακτικές και αισθητικές μαζί. Όσο πιο σωστά εξυπηρετούσε έναν πρακτικό σκοπό, τόσο πιο πολύ απέβαλλε τα περιττά και τα στολίδια, έτσι που στο τέλος έμενε μόνο η ουσία». Ο ποιητής αντιλαμβάνεται την αξία της φύσης και την ταπείνωση που πρέπει να επιδεικνύει ο άνθρωπος μπροστά στους νόμους και τις ανάγκες της. Στο τέλος της «ΓΕΝΕΣΙΣ», παρουσιάζεται ο ουρανός, ο οποίος συμβολίζει την Ελευθερία, αλλά και το άγνωστο. Η ευρύτητά του στο ελληνικό τοπίο, παρακίνησε τον άνθρωπο να αναλύσει και να κατανοήσει τα μυστήρια της φύσης, «παρόλο που το μυστήριο της ζωής παραμένει μυστήριο ακόμα και μέσα στο απόλυτο φως». Κι εδώ, πώς θα μπορούσαμε να μην διερωτηθούμε για τις συνέπειες της αποξένωσης του ανθρώπου από τη φύση ή ακόμα χειρότερα, της αλλοίωσης του ελληνικού τοπίου και της ασέβειας προς το πνεύμα του τόπου; Μήπως όταν απομακρυνόμαστε από τη φύση, απομακρυνόμαστε και από τις βασικές αξίες του πολιτισμού μας, οι οποίες αναπτύχθηκαν χάρη σ’ αυτήν;

«Αυτός που γύρευα, είμαι».

Σε συνέντεξή του το 1980, ο ποιητής μιλά για τους ενδοιασμούς του για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, εκφράζοντας τον φόβο μήπως αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της και η φυσιογνωμία της. Συμπληρώνοντας όμως τη σκέψη του, μας θυμίζει πως ο Ελληνισμός παρουσίαζε πάντοτε μιαν εκπληκτική ικανότητα να προσαρμόζεται και να δραστηριοποιείται μέσα στα ξένα σύνολα. Έτσι, αναγνωρίζει πως ίσως θα ήταν πιο σωστό να προχωρήσουμε στην ένταξη, απορρίπτοντας τον δρόμο της απομόνωσης «με την προοπτική, πάντοτε, να διακριθούμε στην ποιότητα, που σημαίνει στο πνεύμα». Προϋπόθεση, όμως, αποτελεί η ύπαρξη μιας παιδείας σοβαρής και βαθιάς, «γιατί μόνο με αυτή θα μπορέσουμε να διακριθούμε σε ένα νέο δρόμο διατηρώντας ταυτόχρονα και τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας». Πολλές φορές, νιώθοντας τον κίνδυνο που διατρέχει ο πολιτισμός μας – δυστυχώς, κυρίως από τους ίδιους τους φορείς του –, περιμένουμε έναν από μηχανής Θεό να έρθει και να μας σώσει.

Για να επιβιώσει ένας λαός, πρέπει να υπάρχει συλλογική βούληση και θέληση. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι σωτήρες που περιμένουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ο κάθε λαός είναι φορέας του πολιτισμού του και έχει υποχρέωση να τον αναπαράγει, να τον εξελίσσει και να τον βελτιώνει, αφού πρώτα όμως τον σεβαστεί και τον αγαπήσει. Είναι στο χέρι μας να μη διακοπεί η διαχρονική σχέση πολιτισμού, τόπου και ανθρώπου στην όμορφή μας πατρίδα.

Οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί που εξέφραζε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης ορθώνονται σήμερα μπροστά μας, τόσο επίκαιρα. Όπως έλεγε ο Σέλλεϊ (Άγγλος ρομαντικός ποιητής) «σκοπός του ποιητή δεν είναι μόνον το να θεωρεί το παρόν ως έχει (…) αλλά μέσα στο παρόν να διακρίνει το μέλλον». Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς – και για τόσους άλλους – είναι σημαντικό να μην υποτιμούμε, αλλά να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την ποίηση. Ο ποιητής διακρίνει μιαν αλήθεια που δε φαίνεται με μάτι γυμνό και μέσα από τα ποιήματά του, προσπαθεί να μας βοηθήσει να την αντιληφθούμε.

Όταν ο Χατζιδάκης επισκέφθηκε τον Οδυσσέα Ελύτη στο νοσοκομείο τον ρώτησε: «Γιατί τα κάνουμε όλα αυτά»; «Για την Ελλάδα», του απάντησε ο μεγάλος ποιητής.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκη

Ελύτης, όπως λέμε Ελλάδα – Πνευματική Ανασκόπηση

«Ελευθερία για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος».

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννιέται στην Κρήτη, στις 2 Νοεμβρίου το 1911. Αποτελεί έναν εκ των σημαντικότερων Ελλήνων ποιητών, από τους τελευταίους εκφραστές της λεγόμενης γενιάς του ‘30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στο 11ο τεύχος του περιοδικού Νέα Γράμματα, τον Νοέμβριο του 1935. Ο ποιητής, ήθελε ένα ψευδώνυμο, το οποίο θα συνόδευε τα ποιήματά του αυτά. «Οι λέξεις που ξεκινούσαν από «ελ» μου ασκούσαν πάντα μια μαγεία. Ελλάδα, Ελευθερία, ελπίδα και μια Ελένη που ερωτεύτηκα». Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον». Και κάπως έτσι γεννιέται ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ο πόλεμος του 1940 σημαδεύει τον ποιητή, ο οποίος πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, το ίδιο και η Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Πλέον, στα ποιήματά του το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιείται μεταφορικά, δοξάζοντας την Ελευθερία και καταδικάζοντας τον πόλεμο και την υποταγή του πνεύματος. Οδηγείται έτσι σε μια ποιητική ωρίμανση, που φαίνεται για πρώτη φορά στο ποίημα «Ήλιος ο πρώτος». Το 1979 τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα». Η Ελευθερία ήταν μια λέξη που τον συγκινούσε βαθύτατα ως έννοια. Έτσι, το 1972, μερικά χρόνια πριν από τη βράβευσή του με Νόμπελ, αρνείται να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας που είχε θεσπίσει η δικτατορία της Χούντας, παραμένοντας πιστός στη λέξη αυτή.

«Ο Έρωτας. Το Αρχιπέλαγος».

Οι δύο πρώτες λέξεις, του πρώτου ποιήματος της πρώτης του συλλογής «ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ», θα μπορούσαν κάλλιστα, όπως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο ποιητής, να χαρακτηρίσουν το σύνολο της ποιητικής του πορείας, με την ωριμότητα βέβαια που απέκτησαν στη διάρκεια του χρόνου. Στηρίζεται στις αισθήσεις, αφού αυτές αποτελούν μια γλώσσα κοινή, που όμως καταφέρνει να τις ανάγει από το «χυδαίο» που ίσως εμπεριέχουν κάποτε, σε ένα επίπεδο εξαγιασμένο. Το ελληνικό τοπίο του ασκεί μια γοητεία μοναδική. Αγοράζει αρκετά βιβλία που έχουν να κάνουν με την ελληνική φύση και παράλληλα περιπλανάται σε όλη την Ελλάδα, σε μια προσπάθειά του να την ανακαλύψει. Η αγάπη του Ελύτη για τον τόπο του και την Ελλάδα άλλαξε την ελληνική ποίηση. Αγάπησε την ελληνική γλώσσα όσο λίγοι – η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8 χιλιάδων λέξεων – και πήγε ένα βήμα παραπέρα, προχωρώντας στον εμπλουτισμό της με νέες λέξεις και συμβάλλοντας στην ανανέωσή της. Το Άξιον Εστί, ο ύμνος Β’ των Παθών, μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλωσσικό μανιφέστο. Η γλώσσα ξεκινά ως κληροδοσία: «Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», αλλά στο τέλος καταλήγει σε συνειδητή κληρονομιά: «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου» με χρήση της κτητικής αντωνυμίας «μου». Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Αμερικής, Φίλιπ Κρίστοφερ, είπε ότι «για μας ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο ποιητής μας, αυτός που μας έμαθε να εκτιμούμε τον πλούτο της γλώσσας μας, να ακριβολογούμε μέσα στα μυστήρια, να αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς της θάλασσας, να σεβόμαστε τα τοπία της πατρίδας μας, να παρατηρούμε το παιχνίδισμα του ήλιου στα κυκλαδόσπιτα».

Πέραν από τον «έρωτα» και το «αρχιπέλαγος», διαβάζοντας τα ποιήματά του, έρχεται στο μυαλό η λέξη «ελληνικότητα», έννοια κεντρική στην ποίησή του, μια λέξη που τότε δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη η σημασία της και που ακόμη και σήμερα ερμηνεύεται από τον καθένα κατά πως τον συμφέρει. Ο Ελύτης, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει την έννοια αυτή εξηγεί πως ελληνικότητα για τον ίδιο «είναι απλούστατα ένας τρόπος να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα. Είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να αντιδρά με έναν καθορισμένο τρόπο. Αυτό είναι ελληνικότητα. Και στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, αλλά και σήμερα». Ο Έλληνας είναι φορέας, πολλές φορές ασυνείδητα, της ελληνικότητας. Η ανωριμότητα δεν επιτρέπει το αίσθημα της ταυτότητας. Ας ωριμάσουμε λοιπόν και ας τολμήσουμε να αγγίξουμε την ταυτότητά μας, με την αγιότητα των αισθήσεων των ποιημάτων του Ελύτη. Για να καταφέρουμε να φτάσουμε την ωριμότητα αυτή που απαιτείται προϋποτίθεται η γνώση της ιστορίας μας. Μιας ιστορίας που κινείται πάντα στα ίδια μοτίβα, με μια Ελλάδα «να αγωνίζεται ως μικρή κι ως αδικημένη».

«ΑΥΤΟΣ, ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

Η αγάπη του Ελύτη για τη μικρή αυτή γη διαφαίνεται σε όλα του τα έργα, τα οποία είναι διάχυτα με εικόνες του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου και η περιγραφή των οποίων φτάνει σε βαθμό δοξολογίας στο ποίημά του, «Άξιον Εστί». Η ιδέα για το σύνολο του έργου αυτού, γεννάται όταν ο ποιητής φεύγει από την Ελλάδα, έχοντας στη σκέψη του εικόνες από τα πεινασμένα Ελληνόπουλα και φτάνοντας στην Ελβετία, όπου έρχεται αντιμέτωπος με το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις συνθήκες διαβίωσης των δύο χωρών. Έτσι, το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» αποκτά έναν χαρακτήρα δεητικό, με αναλογίες όπως αυτές της Θείας Λειτουργίας, αναφερόμενο όμως στο δράμα της Ελλάδας της τότε εποχής. Στο ποίημα γίνεται προσπάθεια να ταυτιστεί η μοίρα του ποιητή με τη μοίρα της Ελλάδας, αφού και οι δυο πασχίζουν για την Ελευθερία.

«αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»
(απόσπασμα ποιήματος Η ΓΕΝΕΣΙΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ)

Στο πρώτο μέρος, «Η ΓΕΝΕΣΙΣ», περιγράφεται η ομορφιά του ελληνικού τοπίου και η σημασία της ελληνικής φύσης στη διαμόρφωση του ελληνικού τρόπου ζωής. Αναφέρεται στις ιδιομορφίες του τοπίου – άγονο έδαφος, λειψυδρία – και τονίζεται η σημασία της στέρησης και του μέτρου. Ο άνθρωπος, που δεν έχει γνωρίσει στη ζωή του εύκολο στήριγμα, αναγκάστηκε να φτάσει σε βάθος τη σκέψη του αναζητώντας την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Σε συνέντευξή του, ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί γιατί όταν ο Λε Κορμπιζιέρ (Γάλλος μοντερνιστής αρχιτέκτονας) είδε για πρώτη φορά τα σπίτια των Κυκλάδων έμεινε έκθαμβος: «Αυτό που έψαχναν αυτοί να βρούνε μέσα από τους μαιάνδρους της δυτικής έρευνας, οι τεχνίτες των νησιών τα είχαν βρει ως λύσεις που ήταν και πρακτικές και αισθητικές μαζί. Όσο πιο σωστά εξυπηρετούσε έναν πρακτικό σκοπό, τόσο πιο πολύ απέβαλλε τα περιττά και τα στολίδια, έτσι που στο τέλος έμενε μόνο η ουσία». Ο ποιητής αντιλαμβάνεται την αξία της φύσης και την ταπείνωση που πρέπει να επιδεικνύει ο άνθρωπος μπροστά στους νόμους και τις ανάγκες της. Στο τέλος της «ΓΕΝΕΣΙΣ», παρουσιάζεται ο ουρανός, ο οποίος συμβολίζει την Ελευθερία, αλλά και το άγνωστο. Η ευρύτητά του στο ελληνικό τοπίο, παρακίνησε τον άνθρωπο να αναλύσει και να κατανοήσει τα μυστήρια της φύσης, «παρόλο που το μυστήριο της ζωής παραμένει μυστήριο ακόμα και μέσα στο απόλυτο φως». Κι εδώ, πώς θα μπορούσαμε να μην διερωτηθούμε για τις συνέπειες της αποξένωσης του ανθρώπου από τη φύση ή ακόμα χειρότερα, της αλλοίωσης του ελληνικού τοπίου και της ασέβειας προς το πνεύμα του τόπου; Μήπως όταν απομακρυνόμαστε από τη φύση, απομακρυνόμαστε και από τις βασικές αξίες του πολιτισμού μας, οι οποίες αναπτύχθηκαν χάρη σ’ αυτήν;

«Αυτός που γύρευα, είμαι».

Σε συνέντευξή του το 1980, ο ποιητής μιλά για τους ενδοιασμούς του για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, εκφράζοντας τον φόβο μήπως αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της και η φυσιογνωμία της. Συμπληρώνοντας όμως τη σκέψη του, μας θυμίζει πως ο Ελληνισμός παρουσίαζε πάντοτε μιαν εκπληκτική ικανότητα να προσαρμόζεται και να δραστηριοποιείται μέσα στα ξένα σύνολα. Έτσι, αναγνωρίζει πως ίσως θα ήταν πιο σωστό να προχωρήσουμε στην ένταξη, απορρίπτοντας τον δρόμο της απομόνωσης «με την προοπτική, πάντοτε, να διακριθούμε στην ποιότητα, που σημαίνει στο πνεύμα». Προϋπόθεση, όμως, αποτελεί η ύπαρξη μιας παιδείας σοβαρής και βαθιάς, «γιατί μόνο με αυτή θα μπορέσουμε να διακριθούμε σε ένα νέο δρόμο διατηρώντας ταυτόχρονα και τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας». Πολλές φορές, νιώθοντας τον κίνδυνο που διατρέχει ο πολιτισμός μας – δυστυχώς, κυρίως από τους ίδιους τους φορείς του –, περιμένουμε έναν από μηχανής Θεό να έρθει και να μας σώσει.

Για να επιβιώσει ένας λαός, πρέπει να υπάρχει συλλογική βούληση και θέληση. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι σωτήρες που περιμένουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ο κάθε λαός είναι φορέας του πολιτισμού του και έχει υποχρέωση να τον αναπαράγει, να τον εξελίσσει και να τον βελτιώνει, αφού πρώτα όμως τον σεβαστεί και τον αγαπήσει. Είναι στο χέρι μας να μη διακοπεί η διαχρονική σχέση πολιτισμού, τόπου και ανθρώπου στην όμορφή μας πατρίδα.

Οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί που εξέφραζε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης ορθώνονται σήμερα μπροστά μας, τόσο επίκαιρα. Όπως έλεγε ο Σέλλεϊ (Άγγλος ρομαντικός ποιητής) «σκοπός του ποιητή δεν είναι μόνον το να θεωρεί το παρόν ως έχει (…) αλλά μέσα στο παρόν να διακρίνει το μέλλον». Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς – και για τόσους άλλους – είναι σημαντικό να μην υποτιμούμε, αλλά να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την ποίηση. Ο ποιητής διακρίνει μιαν αλήθεια που δε φαίνεται με μάτι γυμνό και μέσα από τα ποιήματά του, προσπαθεί να μας βοηθήσει να την αντιληφθούμε.

Όταν ο Χατζιδάκης επισκέφθηκε τον Οδυσσέα Ελύτη στο νοσοκομείο τον ρώτησε: «Γιατί τα κάνουμε όλα αυτά»; «Για την Ελλάδα», του απάντησε ο μεγάλος ποιητής.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκη

Κατ’ εξαίρεση αναστολή θητείας

Η κυβέρνηση Αναστασιάδη αποφάσισε την κατ’ εξαίρεση προσωρινή απόλυση εθνοφρουρών της 2020 Β’ ΕΣΣΟ, που εξασφάλισαν θέση σε Πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου. Πρόκειται για απόφαση που λήφθηκε, με στόχο να επωφεληθούν των χαμηλών φετινών διδάκτρων, αλλά και των διαφόρων άλλων διευκολύνσεων που προσέφεραν, κατά την προ «Brexit» εποχή, τα Βρετανικά Πανεπιστήμια σε Ευρωπαίους φοιτητές.

Παράλληλα, όπως ανέφερε ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Κυριάκος Κούσιος, το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποστείλει στη Βουλή συμπληρωματικό προϋπολογισμό για την κάλυψη του κενού που θα δημιουργηθεί από τους προσωρινά απολυθέντες εθνοφρουρούς. Ο συμπληρωματικός προϋπολογισμός θα αφορά την πρόσληψη επιπλέον αριθμού Συμβασιούχων Οπλιτών (ΣΥΟΠ), με σκοπό την κάλυψη του αριθμού των φοιτητών, που θα απολυθούν προσωρινά. Το πόσο αυτό ανέρχεται στις 667 χιλιάδες ευρώ.

Η απόφαση αυτή πάρθηκε σε μία περίοδο που οι τουρκικές προκλήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, με την Τουρκία να απειλεί καθημερινά για πόλεμο. Τα γεγονότα θα έπρεπε να μας οδηγήσουν στην ενίσχυση της Εθνικής Φρουράς, αντ’ αυτού όμως με την εν λόγω απόφαση, η Εθνική Φρουρά δέχεται σοβαρό πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό της. Όσον αφορά την πρόσληψη επιπλέον αριθμού Συμβασιούχων Οπλιτών (ΣΥΟΠ), προφανώς και δεν θα είναι για 1-2 χρόνια αλλά για περισσότερα. Επομένως, τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να δαπανηθούν κάλλιστα για επιχορηγήσεις των φοιτητών, με σκοπό την κάλυψη των διδάκτρων τους. Ακόμα, για να υπάρχει ισονομία, η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσφέρει υποτροφίες ανάλογα και με τις επιδόσεις του κάθε φοιτητή, δίνοντάς του ένα επιπλέον κίνητρο. Αν η Κ.Δ διοικείτο από μία όντως άξια και αποτελεσματική κυβέρνηση, αυτή θα προσπαθούσε μέσω πιέσεων προς το Η.Β να εξασφαλίσει μία συμφωνία για διευκόλυνση των Κυπρίων φοιτητών της Αγγλίας, και όχι να επιλέγει την εύκολη λύση της αναστολή της θητείας. Ως μέσο για αυτές τις πιέσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι βάσεις της Βρετανίας στο νησί μας και με αυτόν τον τρόπο η Κ.Δ να αποκτήσει το «πάνω χέρι».

Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση καταργεί την ισονομία, αφού δημιουργεί ιδιαίτερα κριτήρια προς όφελος ορισμένης κατηγορίας πολιτών. Ουσιαστικά, θα επιβαρυνθούν οι εθνοφρουροί που θα ολοκληρώσουν κανονικά τη θητεία τους, είτε επειδή θα φοιτήσουν σε Πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ελλάδας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, είτε επειδή δεν θα σπουδάσουν, αλλά θα εργαστούν μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους. Επίσης, δημιουργείται το ερώτημα, αφού οι φοιτητές που περιλαμβάνονται στην κατηγορία της απόφασης, ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, πώς θα καταφέρει η κυβέρνηση την ομαλή επανακατάταξή τους, για την υπηρέτηση της θητείας τους;

Πρέπει, επιτέλους, να κατανοήσει τόσο η κυβέρνηση όσο και η κοινωνία μας ότι ζούμε σε μια χώρα που βρίσκεται υπό καθεστώς κατοχής. Η τουρκική επιθετικότητα και η εφαρμογή των επεκτατικών σχεδίων της Τουρκίας στην περιοχή, εντείνονται καθημερινά. Σε μια περίοδο, που ο Ελληνισμός δέχεται όλο και μεγαλύτερα χτυπήματα, με σκοπό την εξάρθρωση της εθνικής και κρατικής του υπόστασης, θα έπρεπε να ενισχύεται η άμυνά μας. Οι κυβερνήσεις, όμως, τα τελευταία χρόνια, απαξιώνουν και θέτουν σε δεύτερη μοίρα τον τομέα της άμυνας. Αν αναλογιστεί κανείς, ότι αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο που το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής σύγκρουσης στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο γίνεται όλο και πιο πιθανό, τότε γίνεται αντιληπτή η αδυναμία της κυβέρνησης να μας προστατέψει από μια πιθανή σύγκρουση. Ζητούμε την αναστολή της απόφασης και τη λήψη μέτρων προς διευθέτηση της κατάστασης που υφίσταται με το Brexit, και όχι τη λήψη μέτρων που εξυπηρετούν τους ψηφοθηρικούς σκοπούς της κυβέρνησης έναντι του λαού.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης