Ο Ευρωπαϊκός Νότος στηρίζει Κύπρο και Μητροπολιτική Ελλάδα

Οι ηγέτες των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου, που συμμετείχαν στην Ευρωμεσογειακή Διάσκεψη MED7 στην Κορσική, εξέφρασαν την πλήρη στήριξή τους προς την Κύπρο και την Ελλάδα σχετικά με τις προκλήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Συγκεκριμένα, στο κείμενο των συμπερασμάτων (Διακήρυξη της Αζαξιό) και στην παράγραφο 6, που αφορά την «Ειρήνη και τη σταθερότητα στη Μεσόγειο», οι ηγέτες εκφράζουν την πλήρη στήριξη και αλληλεγγύη τους προς την Ελλάδα και την Κύπρο για τις επανειλημμένες παραβιάσεις κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως και για τις επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας.

Ακολούθως, οι επτά ηγέτες στέλνουν το μήνυμα προς όλες τις χώρες της περιοχής, για να συμμορφωθούν σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, και συγκεκριμένα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνουν όλες τις πλευρές να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης. Χαιρετίζουν, μάλιστα, την μεσολαβητική προσπάθεια του Ύπατου Εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Ζοζέπ Μπορέλ, και της Γερμανίας με στόχο τη συνέχιση του διαλόγου ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία για το ζήτημα των Θαλασσίων ζωνών. Οι επτά ηγέτες, εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για το γεγονός ότι η Τουρκία δεν έχει απαντήσει στις επανειλημμένες εκκλήσεις της ΕΕ να τερματίσει τις μονομερείς και παράνομες ενέργειές της στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, έπειτα και από τα συμπεράσματα του πρόσφατου άτυπου Συμβουλίου των ΥΠΕΞ της ΕΕ.

Σύμφωνα με το κείμενο της διακήρυξης των MED7, οι ηγέτες του Ευρωπαϊκού Νότου, καλούν τους εταίρους τους στην ΕΕ, στην επερχόμενη Σύνοδο Κορυφής στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου να υιοθετήσουν περαιτέρω κυρώσεις κατά της Τουρκίας, που θα αφορούν κυρίως τον οικονομικό τομέα, εφόσον αυτή συνεχίζει να μην συμμορφώνεται. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη διακήρυξη για την Τουρκία, «εάν δεν τερματίσει τις μονομερείς της δραστηριότητες, η ΕΕ είναι έτοιμη να δημιουργήσει έναν κατάλογο περαιτέρω απαγορευτικών μέτρων που θα μπορούσαν να συζητηθούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 24-25 Σεπτεμβρίου 2020».

Η Τουρκία, ως συνήθως, απάντησε με προκλητικό τόνο στα μηνύματα της συνόδου της Κορσικής. Συγκεκριμένα, ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θέλησε να απαντήσει στο ισχυρό μήνυμα των επτά μεσογειακών κρατών (MED7) και στη στήριξη που έλαβαν Κύπρος και Ελλάδα από τους ηγέτες, με ένα βίντεο από το παρελθόν. Στο βίντεο διάρκειας 10 δευτερολέπτων, πιθανόν από την περίοδο που ήταν ακόμα Δήμαρχος στην Κωνσταντινούπολη, ο Τούρκος πρόεδρος ακούγεται να λέει απευθυνόμενος στους «λύκους», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «μας συγχωρείτε αλλά είμαστε πολύ μεγάλοι για εσάς, δεν μπορείτε να μας φάτε».

Υπενθυμίζεται, πως είχε προηγηθεί το προκλητικό παραλήρημα του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ο οποίος μιλώντας ενώπιον της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατηγόρησε την Ελλάδα, τη Γαλλία και την «ελληνοκυπριακή διοίκηση», όπως χαρακτήρισε την Κυπριακή Δημοκρατία, ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, για «μονομερείς ενέργειες και την υιοθέτηση μαξιμαλιστικών θέσεων», μέσω των οποίων προσπαθούν να απομονώσουν την Τουρκία. Κατηγόρησε, επίσης, την Ελλάδα ότι «παρενόχλησε» το ερευνητικό σκάφος «Oruc Reis», ότι στρατιωτικοποιεί τα νησιά και ότι παρενοχλεί την «τουρκική μειονότητα της Θράκης».

Το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι εξέφρασαν λεκτικά την υποστήριξή τους έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, σχετικά με τις προκλήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, σίγουρα είναι θετικό στοιχείο. Όμως, οι εύκολες κουβέντες περί λεκτικής αλληλεγγύης και στήριξης είναι σαφές πως δεν αρκούν, καθώς παρόλο που είναι χρήσιμες και ευπρόσδεκτες, δεν αποτελούν έμπρακτη απάντηση στις προκλητικές ενέργειες της Άγκυρας. Γι’ αυτό, θα πρέπει να ληφθούν πιο αυστηρά και πιο ουσιαστικά μέτρα κατά της Τουρκίας, έτσι ώστε να τερματίσει τις μονομερείς δραστηριότητές της. Ενόψει της επερχόμενης συζήτησης για την Τουρκία στη Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η ΕΕ οφείλει να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των κρατών μελών της ενάντια στις τουρκικές παραβιάσεις και όταν λέμε να τα υπερασπιστεί εννοούμε με πράξεις.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Γιάννης Ρίτσος- Πνευματική Ανασκόπηση

O ποιητής της Ρωμιοσύνης, της λευτεριάς, της ζωής και της αθανασίας. Ο ποιητής του έρωτα, της μοναξιάς, της μνήμης και της λησμονιάς.

Γεννιέται την πρώτη μέρα του Μάη του 1909, περικυκλωμένος από το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας που αγκαλιάζει τη Μονεμβασιά. Το γαλάζιο της θάλασσας που γλυκά χαϊδεύει κάθε ακτή της ελληνικής στεριάς. Το γαλάζιο της Ελλάδας, των Ελλήνων και της σημαίας αυτής που τον ενέπνευσε να γράψει για τούτον τον τόπο.

Στο δημοτικό σχολείο της Μονεμβασιάς, έμαθε τα πρώτα του γράμματα και συνέχισε την εκπαίδευσή του στο Γυμνάσιο Γυθείου. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, με τη βοήθεια της μητέρας του που του έδινε διάφορα ερεθίσματα, κατάλαβε πως άνηκε στον καλλιτεχνικό χώρο. Δεν ήταν μόνο ποιητής, μα και ζωγράφος, χορευτής, ηθοποιός, μουσικός. Αυτά τα ταλέντα του συνέχισε να τα εξασκεί μέχρι και τα τελευταία του χρόνια. Αρκετοί πίνακες του έχουν σωθεί, ενώ πήρε μέρος σε πολλές θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις. Η τέχνη τον συνόδευε πάντα στη ζωή του, σε κάθε της μορφή και δεν τον άφησε ούτε στιγμή να νιώσει μόνος. Του κρατούσε συντροφιά τις μέρες της εξορίας, όταν άφηνε για λίγο την ποίηση και με το μολύβι του ζωγράφιζε πρόσωπα σε βότσαλα και πέτρες.

Από μικρός, έμαθε να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής. Έχασε τη μητέρα και τον αδελφό του μέσα σε ένα χρόνο από φυματίωση, μια αρρώστια που έξι χρόνια μετά, το 1927, ταλαιπώρησε και τον ίδιο. Νοσηλεύτηκε στο κέντρο Σωτηρία, όπου επικρατούσαν άθλιες καταστάσεις. Εκεί όμως, γνώρισε ανθρώπους που τον ενέπνευσαν και έζησε καταστάσεις που τον ώθησαν να γράψει. Αργότερα, ο πατέρας του Ελευθέριος εισήχθη στο Δαφνί και η αδελφή του υποφέροντας από ψυχική ασθένεια, ακολούθησε την ίδια μοίρα.

Το 1954, ο ποιητής παντρεύτηκε με τη γιατρό Φαλίτσα Γεωργιάδη και ένα χρόνο μετά ήρθε στη ζωή η μοναχοκόρη του Έρη, στην οποία χάρισε το ποίημα «Πρωινό άστρο».

Το πρώτο του έργο, «Τα τρακτέρ» εκδόθηκε το 1934. Από τότε έγραψε πάνω από 100 ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα πεζογραφήματα, τέσσερα θεατρικά, μελέτες για άλλους ποιητές, πολυάριθμες μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα. Το 1956 τιμήθηκε με το Α´ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ από 75 Γάλλους ακαδημαϊκούς, συγγραφείς και νομπελίστες, το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1987 του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Διακρίθηκε επίσης και με πολλά ξένα βραβεία. Μερικά από τα πιο γνωστά του έργα είναι o «Επιτάφιος» (1936), «Ἡ Ἐαρινὴ συμφωνία» (1937-1938) , «Η Κυρὰ των αμπελιών» (1945-1947), «Όταν ἔρχεται ὁ Ξένος»(1958), «Ἡ Ρωμιοσύνη» (1945), «Γειτονιὲς του κόσμου» (1949) και «Ελένη»(1970).

«… Ὡστόσο – ποιὸς ξέρει – ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα, ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποὺ λέμε, κι ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου…»

Αυτά του τα λόγια, αντικατοπτρίζουν τις αξίες που χάραξαν την πορεία της ζωής του. Φυλακίσεις, εξορίες, εκτοπισμοί. Το 1948 μέχρι το 1952 βρισκόμενος σε εξορία, γράφει το «Ημερολόγιο Εξορίας». Το 1967 μεταφέρεται για δεύτερη φορά μακριά από τους δικούς του, σε διάφορα νησιά και καταλήγει στη Σάμο, όπου παρέμεινε για έξι χρόνια. Εκεί, γράφεται το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1968-1969) και πολλά άλλα έργα.

Η ψυχή του μεταναστεύει στις 11 Νοεμβρίου 1990, και το σώμα του σκεπάζεται με τα δικά του λόγια. «Πιστεύω στην ποίηση στον έρωτα στον θάνατο. Γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία». Αυτή την πίστη του στην αθανασία την ενίσχυσαν και οι δικοί μας αγωνιστές της Λευτεριάς. Ο Ρίτσος, που στην καρδιά του έκλεισε ολόκληρη την Ελλάδα, δε θα μπορούσε να παραλείψει την πιο μακρινή της άκρη, την Κύπρο μας. Όταν επισκέφτηκε τη μεγαλόνησο το 1979, πέντε χρόνια μετά την τουρκική εισβολή είπε: «Αισθάνομαι μια εντελώς ιδιαίτερη συγκίνηση, που πατώ το ιερό έδαφος της Κύπρου. Έρχομαι σαν προσκυνητής. Προσκυνητής της ιστορίας -της πανάρχαιας- της Κύπρου. Προσκυνητής του εξαίρετου πολιτισμού της. Προσκυνητής, της σύγχρονης αγωνιστικής ιστορίας της. Προσκυνητής, για όλους εκείνους που έπεσαν στους μεγάλους αγώνες για την ελευθερία…»

Τα αμούστακα παλικάρια της Ε.Ο.Κ.Α, στον μεγάλο αγώνα για την Ελευθερία, τα παιδιά στις διαδηλώσεις με τα λάβαρα του Έθνους πάντα ψηλά, οι αντάρτες στα βουνά του Μαχαιρά, ολόκληρος ο ελληνικός κυπριακός λαός που δε δεχόταν να ζει άλλο στη σκλαβιά, αυτοί τον συγκίνησαν. 

Στις 3 του Μάρτη το 1957, ο Γρηγόρης Αυξεντίου περνά στην αθανασία. Ένας ακόμα ήρωας αποκτά θέση στις σελίδες τις ιστορίας μας, αλλά και στην ποιητική συλλογή του Ρίτσου με το έργο του «Αποχαιρετισμός». Με τα δικά του όπλα, το χαρτί και το μελάνι, κατάφερε να ζωγραφίσει με στίχους τις τελευταίες σκέψεις του ήρωα. Με τις κατάλληλες λέξεις, στη σωστή σειρά, τοποθετεί όσους διαβάζουν αυτό του το έργο, στο πλευρό του Γρηγόρη, μέσα στο σκοτεινό του κρησφύγετο, «σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιό της βλέπει ολόισα τον ήλιο». Εκεί που κάηκαν οι «χοντρές ελληνικές κοκάλες του» και απέκτησε μια αλλιώτικη λάμψη. Μια λάμψη που προέρχεται απ’ αυτούς που ενώ μπορούν να αποφύγουν τον θάνατο, αυτοί τον διαλέγουν «σαν τιμή και σα χρέος, για τους άλλους». Αυτή τη λάμψη, από «τη φλεγόμενη τη σημαία του ανένδοτου αγώνα», που παρέλαβαν από τα χέρια του οι συναγωνιστές του Γρηγόρη, μα και του κάθε Γρηγόρη που θυσιάζεται για την πατρίδα του, «φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων». Τη λάμψη που τους έδωσε θάρρος και τόλμη να αντισταθούν στον κατακτητή, να αντέξουν τα βασανιστήρια, να πολεμήσουν μέχρι τέλους, να τραγουδούν τον εθνικό μας ύμνο οδηγούμενοι στην αγχόνη και που έδωσε θάρρος σε όλες τις μάνες ηρώων να πουν «Είμαι περήφανη. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».

Κατάφερε να μή λησμονήσει κανείς ποτέ «το φως που ονειρευτήκαμε μαζί, κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας».

Ακόμη και σήμερα, δεν το λησμονεί όποιος μένει σε τούτο το νησί και αντικρίζει καθημερινά το κουρελόπανο στον Πενταδάκτυλο. Ο μαύρος Ιούλης του ’74, στιγματίζει τον Ελληνισμό. Το ποίημα «Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο» γράφεται την ίδια χρονιά. Γι’ αυτούς που πόνεσαν, γι αυτούς που χάθηκαν, μα θ’ αναστηθούν ξανά κι όπως κάθε φορά θα πολεμήσουν μέχρι να ακουστεί η «ανάστασης καμπάνα».

«Πόσοι νεκροί, πόσοι γυμνοί, θλιμμένοι, αποδιωγμένοι, αντάμα αντάμα πορπατάν τις νύχτες αγριεμένοι. Αχ, οι νεκροί μας δε χωράν στο χώμα και στο κλάμα· ψυχή Κάι σώμα βάλανε στον άγιο αγώνα τάμα.

Και κοντοστέκουν μια στιγμή, κι έτσι σκυμμένοι — δες τους — βγάζουν με τα δαχτύλια τους τί βόλια απ’ τις πληγές τους,

Κι ορθοί ξανά και δυνατοί πατάν το θάνατο τους και στον αγώνα ρίχνονται πιο πρώτοι κι απ’ τούς πρώτους.»

Ο Ρίτσος μέσα από αυτά τα έργα του μας θυμίζει πως η ψυχή αυτού του τόπου, ό,τι κι αν γίνει, όσα κι αν του κάνουν, δεν θα ησυχάσει αν δεν καταφέρει να κάνει το όνειρο του Αυξεντίου, μα και όλων των αγωνιστών της Ελευθερίας πραγματικότητα. Μέχρι να δει την Κύπρο μας Ελεύθερη και απ’ άκρη σ’ άκρη Ελληνική και επιτέλους να ρίξει «μια ντουφεκιά στον αέρα στη γιορτή της απελευθέρωσης».

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Κλείστε οριστικά τα οδοφράγματα

Το ψευδοκράτος λαμβάνει νέα μέτρα περιορισμού, λόγω της έξαρσης κρουσμάτων που παρουσιάστηκε τις τελευταίες μέρες. Τα περιοριστικά μέτρα αφορούν τον τερματισμό των πτήσεων από και προς το παράνομο αεροδρόμιο Τύμπου για τέσσερις μέρες και τον περιορισμό στις αφίξεις των πλοίων. Επίσης, θα παραμείνουν κλειστά καζίνο, σχολεία, σινεμά και άλλοι χώροι, όπου γίνονται μαζικές συναθροίσεις.

Το ψεδοϋπουργείο υγείας δηλώνει ότι είναι σε ετοιμότητα, προχωρώντας στην ανακοίνωση των μέτρων. Εν συντομία, καθόρισε την 1η Οκτωβρίου ως τη μέρα που θα πάψουν να ισχύουν τα νέα μέτρα. Τα εν λόγω μέτρα αφορούν, εκτός από τα πιο πάνω, και τις «προεκλογικές» τηλεοπτικές εκπομπές αλλά και γάμους ή οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική τελετή. Επιπλέον, γυμναστήρια ή οποιοδήποτε μέρος για προπονήσεις, σωματική άσκηση και αγώνες, καθώς και παιδότοποι, φροντιστήρια και βιβλιοθήκες θα παραμείνουν κλειστά μέχρι την 1η Οκτωβρίου.

Η επιδημιολογική εικόνα του ψευδοκράτους ήταν φυσικό επακόλουθο να προβληματίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Πραγματοποιήθηκε σύσκεψη του Υπουργικού Συμβουλίου με κύριο θέμα το ενδεχόμενο να κλείσουν ξανά τα οδοφράγματα. Δεν έχει ληφθεί, ακόμα, κάποια επίσημη απόφαση, αλλά η κατάσταση θα παρακολουθείται και αν κριθεί απαραίτητο, η ΚΔ θα προβεί σε εκ νέου κλείσιμο των οδοφραγμάτων. Σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες, ο Υπουργός Υγείας κλήθηκε να ενημερωθεί από τα κατεχόμενα μέσω της Δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπής για την Υγεία.

Μέτα λοιπόν από 17 χρόνια, με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού, συζητείται ξανά το ενδεχόμενο να κλείσουν τα οδοφράγματα για δεύτερη φορά. Αρχικά, επαναλαμβάνουμε ότι η λειτουργία των οδοφραγμάτων, συμβάλλει στην έμμεση αναγνώριση και στην οικονομική ενίσχυση του ψευδοκράτους, κάτι που επιτυγχάνεται μέσω της διέλευσης Ελλήνων Κυπρίων πολιτών και τουριστών από αυτά για μετάβαση στα κατεχόμενα.

Είναι αδιανόητο το γεγονός ότι κάποιοι συμπολίτες μας, αποδέχονται να επιδεικνύουν την πολιτική τους ταυτότητα, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα τις πολιτειακές δομές του ψευδοκράτους. Εξίσου απαράδεκτη είναι η στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία περιμένει να ενημερωθεί από μια επιτροπή που προάγει τις ιδέες περί δικοινοτισμού και που αποδέχεται τις ενημερώσεις από ένα παράνομο «κράτος», κάτι που συνεπάγεται επίσης με αναγνώριση του παράνομου μορφώματος. Επιβάλλεται το κλείσιμο των οδοφραγμάτων, προκειμένου να τερματιστεί άμεσα η μεγάλη οικονομική τροφοδοσία του ψευδοκράτους, που πραγματοποιείται μέσω των οικονομικών και άλλων σχέσεων που έχουν οι συμπατριώτες μας με το ψευδοκράτος. Η διάνοιξη των οδοφραγμάτων αποτελούσε από την αρχή μια εγκληματική ενέργεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν θα σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε για το οριστικό κλείσιμό τους.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Ελύτης, όπως λέμε Ελλάδα – Πνευματική Ανασκόπηση

«Ελευθερία για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος».

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννιέται στην Κρήτη, στις 2 Νοεμβρίου το 1911. Αποτελεί έναν εκ των σημαντικότερων Ελλήνων ποιητών, από τους τελευταίους εκφραστές της λεγόμενης γενιάς του ‘30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στο 11ο τεύχος του περιοδικού Νέα Γράμματα, τον Νοέμβριο του 1935. Ο ποιητής, ήθελε ένα ψευδώνυμο, το οποίο θα συνόδευε τα ποιήματά του αυτά. «Οι λέξεις που ξεκινούσαν από «ελ» μου ασκούσαν πάντα μια μαγεία. Ελλάδα, Ελευθερία, ελπίδα και μια Ελένη που ερωτεύτηκα». Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον». Και κάπως έτσι γεννιέται ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ο πόλεμος του 1940 σημαδεύει τον ποιητή, ο οποίος πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, το ίδιο και η Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Πλέον, στα ποιήματά του το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιείται μεταφορικά, δοξάζοντας την Ελευθερία και καταδικάζοντας τον πόλεμο και την υποταγή του πνεύματος. Οδηγείται έτσι σε μια ποιητική ωρίμανση, που φαίνεται για πρώτη φορά στο ποίημα «Ήλιος ο πρώτος». Το 1979 τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα». Η Ελευθερία ήταν μια λέξη που τον συγκινούσε βαθύτατα ως έννοια. Έτσι, το 1972, μερικά χρόνια πριν από τη βράβευσή του με Νόμπελ, αρνείται να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας που είχε θεσπίσει η δικτατορία της Χούντας, παραμένοντας πιστός στη λέξη αυτή.

«Ο Έρωτας. Το Αρχιπέλαγος».

Οι δύο πρώτες λέξεις, του πρώτου ποιήματος της πρώτης του συλλογής «ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ», θα μπορούσαν κάλλιστα, όπως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο ποιητής, να χαρακτηρίσουν το σύνολο της ποιητικής του πορείας, με την ωριμότητα βέβαια που απέκτησαν στη διάρκεια του χρόνου. Στηρίζεται στις αισθήσεις, αφού αυτές αποτελούν μια γλώσσα κοινή, που όμως καταφέρνει να τις ανάγει από το «χυδαίο» που ίσως εμπεριέχουν κάποτε, σε ένα επίπεδο εξαγιασμένο. Το ελληνικό τοπίο του ασκεί μια γοητεία μοναδική. Αγοράζει αρκετά βιβλία που έχουν να κάνουν με την ελληνική φύση και παράλληλα περιπλανάται σε όλη την Ελλάδα, σε μια προσπάθειά του να την ανακαλύψει. Η αγάπη του Ελύτη για τον τόπο του και την Ελλάδα άλλαξε την ελληνική ποίηση. Αγάπησε την ελληνική γλώσσα όσο λίγοι – η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8 χιλιάδων λέξεων – και πήγε ένα βήμα παραπέρα, προχωρώντας στον εμπλουτισμό της με νέες λέξεις και συμβάλλοντας στην ανανέωσή της. Το Άξιον Εστί, ο ύμνος Β’ των Παθών, μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλωσσικό μανιφέστο. Η γλώσσα ξεκινά ως κληροδοσία: «Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», αλλά στο τέλος καταλήγει σε συνειδητή κληρονομιά: «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου» με χρήση της κτητικής αντωνυμίας «μου». Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Αμερικής, Φίλιπ Κρίστοφερ, είπε ότι «για μας ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο ποιητής μας, αυτός που μας έμαθε να εκτιμούμε τον πλούτο της γλώσσας μας, να ακριβολογούμε μέσα στα μυστήρια, να αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς της θάλασσας, να σεβόμαστε τα τοπία της πατρίδας μας, να παρατηρούμε το παιχνίδισμα του ήλιου στα κυκλαδόσπιτα».

Πέραν από τον «έρωτα» και το «αρχιπέλαγος», διαβάζοντας τα ποιήματά του, έρχεται στο μυαλό η λέξη «ελληνικότητα», έννοια κεντρική στην ποίησή του, μια λέξη που τότε δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη η σημασία της και που ακόμη και σήμερα ερμηνεύεται από τον καθένα κατά πως τον συμφέρει. Ο Ελύτης, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει την έννοια αυτή εξηγεί πως ελληνικότητα για τον ίδιο «είναι απλούστατα ένας τρόπος να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα. Είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να αντιδρά με έναν καθορισμένο τρόπο. Αυτό είναι ελληνικότητα. Και στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, αλλά και σήμερα». Ο Έλληνας είναι φορέας, πολλές φορές ασυνείδητα, της ελληνικότητας. Η ανωριμότητα δεν επιτρέπει το αίσθημα της ταυτότητας. Ας ωριμάσουμε λοιπόν και ας τολμήσουμε να αγγίξουμε την ταυτότητά μας, με την αγιότητα των αισθήσεων των ποιημάτων του Ελύτη. Για να καταφέρουμε να φτάσουμε την ωριμότητα αυτή που απαιτείται προϋποτίθεται η γνώση της ιστορίας μας. Μιας ιστορίας που κινείται πάντα στα ίδια μοτίβα, με μια Ελλάδα «να αγωνίζεται ως μικρή κι ως αδικημένη».

«ΑΥΤΟΣ, ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

Η αγάπη του Ελύτη για τη μικρή αυτή γη διαφαίνεται σε όλα του τα έργα, τα οποία είναι διάχυτα με εικόνες του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου και η περιγραφή των οποίων φτάνει σε βαθμό δοξολογίας στο ποίημά του, «Άξιον Εστί». Η ιδέα για το σύνολο του έργου αυτού, γεννάται όταν ο ποιητής φεύγει από την Ελλάδα, έχοντας στη σκέψη του εικόνες από τα πεινασμένα Ελληνόπουλα και φτάνοντας στην Ελβετία, όπου έρχεται αντιμέτωπος με το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις συνθήκες διαβίωσης των δύο χωρών. Έτσι, το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» αποκτά έναν χαρακτήρα δεητικό, με αναλογίες όπως αυτές της Θείας Λειτουργίας, αναφερόμενο όμως στο δράμα της Ελλάδας της τότε εποχής. Στο ποίημα γίνεται προσπάθεια να ταυτιστεί η μοίρα του ποιητή με τη μοίρα της Ελλάδας, αφού και οι δυο πασχίζουν για την Ελευθερία.

«αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

(απόσπασμα ποιήματος Η ΓΕΝΕΣΙΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ)

Στο πρώτο μέρος, «Η ΓΕΝΕΣΙΣ», περιγράφεται η ομορφιά του ελληνικού τοπίου και η σημασία της ελληνικής φύσης στη διαμόρφωση του ελληνικού τρόπου ζωής. Αναφέρεται στις ιδιομορφίες του τοπίου – άγονο έδαφος, λειψυδρία – και τονίζεται η σημασία της στέρησης και του μέτρου. Ο άνθρωπος, που δεν έχει γνωρίσει στη ζωή του εύκολο στήριγμα, αναγκάστηκε να φτάσει σε βάθος τη σκέψη του αναζητώντας την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Σε συνέντευξή του, ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί γιατί όταν ο Λε Κορμπιζιέρ (Γάλλος μοντερνιστής αρχιτέκτονας) είδε για πρώτη φορά τα σπίτια των Κυκλάδων έμεινε έκθαμβος: «Αυτό που έψαχναν αυτοί να βρούνε μέσα από τους μαιάνδρους της δυτικής έρευνας, οι τεχνίτες των νησιών τα είχαν βρει ως λύσεις που ήταν και πρακτικές και αισθητικές μαζί. Όσο πιο σωστά εξυπηρετούσε έναν πρακτικό σκοπό, τόσο πιο πολύ απέβαλλε τα περιττά και τα στολίδια, έτσι που στο τέλος έμενε μόνο η ουσία». Ο ποιητής αντιλαμβάνεται την αξία της φύσης και την ταπείνωση που πρέπει να επιδεικνύει ο άνθρωπος μπροστά στους νόμους και τις ανάγκες της. Στο τέλος της «ΓΕΝΕΣΙΣ», παρουσιάζεται ο ουρανός, ο οποίος συμβολίζει την Ελευθερία, αλλά και το άγνωστο. Η ευρύτητά του στο ελληνικό τοπίο, παρακίνησε τον άνθρωπο να αναλύσει και να κατανοήσει τα μυστήρια της φύσης, «παρόλο που το μυστήριο της ζωής παραμένει μυστήριο ακόμα και μέσα στο απόλυτο φως». Κι εδώ, πώς θα μπορούσαμε να μην διερωτηθούμε για τις συνέπειες της αποξένωσης του ανθρώπου από τη φύση ή ακόμα χειρότερα, της αλλοίωσης του ελληνικού τοπίου και της ασέβειας προς το πνεύμα του τόπου; Μήπως όταν απομακρυνόμαστε από τη φύση, απομακρυνόμαστε και από τις βασικές αξίες του πολιτισμού μας, οι οποίες αναπτύχθηκαν χάρη σ’ αυτήν;

«Αυτός που γύρευα, είμαι».

Σε συνέντεξή του το 1980, ο ποιητής μιλά για τους ενδοιασμούς του για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, εκφράζοντας τον φόβο μήπως αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της και η φυσιογνωμία της. Συμπληρώνοντας όμως τη σκέψη του, μας θυμίζει πως ο Ελληνισμός παρουσίαζε πάντοτε μιαν εκπληκτική ικανότητα να προσαρμόζεται και να δραστηριοποιείται μέσα στα ξένα σύνολα. Έτσι, αναγνωρίζει πως ίσως θα ήταν πιο σωστό να προχωρήσουμε στην ένταξη, απορρίπτοντας τον δρόμο της απομόνωσης «με την προοπτική, πάντοτε, να διακριθούμε στην ποιότητα, που σημαίνει στο πνεύμα». Προϋπόθεση, όμως, αποτελεί η ύπαρξη μιας παιδείας σοβαρής και βαθιάς, «γιατί μόνο με αυτή θα μπορέσουμε να διακριθούμε σε ένα νέο δρόμο διατηρώντας ταυτόχρονα και τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας». Πολλές φορές, νιώθοντας τον κίνδυνο που διατρέχει ο πολιτισμός μας – δυστυχώς, κυρίως από τους ίδιους τους φορείς του –, περιμένουμε έναν από μηχανής Θεό να έρθει και να μας σώσει.

Για να επιβιώσει ένας λαός, πρέπει να υπάρχει συλλογική βούληση και θέληση. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι σωτήρες που περιμένουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ο κάθε λαός είναι φορέας του πολιτισμού του και έχει υποχρέωση να τον αναπαράγει, να τον εξελίσσει και να τον βελτιώνει, αφού πρώτα όμως τον σεβαστεί και τον αγαπήσει. Είναι στο χέρι μας να μη διακοπεί η διαχρονική σχέση πολιτισμού, τόπου και ανθρώπου στην όμορφή μας πατρίδα.

Οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί που εξέφραζε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης ορθώνονται σήμερα μπροστά μας, τόσο επίκαιρα. Όπως έλεγε ο Σέλλεϊ (Άγγλος ρομαντικός ποιητής) «σκοπός του ποιητή δεν είναι μόνον το να θεωρεί το παρόν ως έχει (…) αλλά μέσα στο παρόν να διακρίνει το μέλλον». Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς – και για τόσους άλλους – είναι σημαντικό να μην υποτιμούμε, αλλά να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την ποίηση. Ο ποιητής διακρίνει μιαν αλήθεια που δε φαίνεται με μάτι γυμνό και μέσα από τα ποιήματά του, προσπαθεί να μας βοηθήσει να την αντιληφθούμε.

Όταν ο Χατζιδάκης επισκέφθηκε τον Οδυσσέα Ελύτη στο νοσοκομείο τον ρώτησε: «Γιατί τα κάνουμε όλα αυτά»; «Για την Ελλάδα», του απάντησε ο μεγάλος ποιητής.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκη

Ελύτης, όπως λέμε Ελλάδα – Πνευματική Ανασκόπηση

«Ελευθερία για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος».

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννιέται στην Κρήτη, στις 2 Νοεμβρίου το 1911. Αποτελεί έναν εκ των σημαντικότερων Ελλήνων ποιητών, από τους τελευταίους εκφραστές της λεγόμενης γενιάς του ‘30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στο 11ο τεύχος του περιοδικού Νέα Γράμματα, τον Νοέμβριο του 1935. Ο ποιητής, ήθελε ένα ψευδώνυμο, το οποίο θα συνόδευε τα ποιήματά του αυτά. «Οι λέξεις που ξεκινούσαν από «ελ» μου ασκούσαν πάντα μια μαγεία. Ελλάδα, Ελευθερία, ελπίδα και μια Ελένη που ερωτεύτηκα». Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον». Και κάπως έτσι γεννιέται ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ο πόλεμος του 1940 σημαδεύει τον ποιητή, ο οποίος πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, το ίδιο και η Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Πλέον, στα ποιήματά του το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιείται μεταφορικά, δοξάζοντας την Ελευθερία και καταδικάζοντας τον πόλεμο και την υποταγή του πνεύματος. Οδηγείται έτσι σε μια ποιητική ωρίμανση, που φαίνεται για πρώτη φορά στο ποίημα «Ήλιος ο πρώτος». Το 1979 τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα». Η Ελευθερία ήταν μια λέξη που τον συγκινούσε βαθύτατα ως έννοια. Έτσι, το 1972, μερικά χρόνια πριν από τη βράβευσή του με Νόμπελ, αρνείται να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας που είχε θεσπίσει η δικτατορία της Χούντας, παραμένοντας πιστός στη λέξη αυτή.

«Ο Έρωτας. Το Αρχιπέλαγος».

Οι δύο πρώτες λέξεις, του πρώτου ποιήματος της πρώτης του συλλογής «ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ», θα μπορούσαν κάλλιστα, όπως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο ποιητής, να χαρακτηρίσουν το σύνολο της ποιητικής του πορείας, με την ωριμότητα βέβαια που απέκτησαν στη διάρκεια του χρόνου. Στηρίζεται στις αισθήσεις, αφού αυτές αποτελούν μια γλώσσα κοινή, που όμως καταφέρνει να τις ανάγει από το «χυδαίο» που ίσως εμπεριέχουν κάποτε, σε ένα επίπεδο εξαγιασμένο. Το ελληνικό τοπίο του ασκεί μια γοητεία μοναδική. Αγοράζει αρκετά βιβλία που έχουν να κάνουν με την ελληνική φύση και παράλληλα περιπλανάται σε όλη την Ελλάδα, σε μια προσπάθειά του να την ανακαλύψει. Η αγάπη του Ελύτη για τον τόπο του και την Ελλάδα άλλαξε την ελληνική ποίηση. Αγάπησε την ελληνική γλώσσα όσο λίγοι – η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8 χιλιάδων λέξεων – και πήγε ένα βήμα παραπέρα, προχωρώντας στον εμπλουτισμό της με νέες λέξεις και συμβάλλοντας στην ανανέωσή της. Το Άξιον Εστί, ο ύμνος Β’ των Παθών, μπορεί να χαρακτηριστεί ως γλωσσικό μανιφέστο. Η γλώσσα ξεκινά ως κληροδοσία: «Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», αλλά στο τέλος καταλήγει σε συνειδητή κληρονομιά: «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου» με χρήση της κτητικής αντωνυμίας «μου». Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Αμερικής, Φίλιπ Κρίστοφερ, είπε ότι «για μας ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο ποιητής μας, αυτός που μας έμαθε να εκτιμούμε τον πλούτο της γλώσσας μας, να ακριβολογούμε μέσα στα μυστήρια, να αφουγκραζόμαστε τους παφλασμούς της θάλασσας, να σεβόμαστε τα τοπία της πατρίδας μας, να παρατηρούμε το παιχνίδισμα του ήλιου στα κυκλαδόσπιτα».

Πέραν από τον «έρωτα» και το «αρχιπέλαγος», διαβάζοντας τα ποιήματά του, έρχεται στο μυαλό η λέξη «ελληνικότητα», έννοια κεντρική στην ποίησή του, μια λέξη που τότε δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη η σημασία της και που ακόμη και σήμερα ερμηνεύεται από τον καθένα κατά πως τον συμφέρει. Ο Ελύτης, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει την έννοια αυτή εξηγεί πως ελληνικότητα για τον ίδιο «είναι απλούστατα ένας τρόπος να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα. Είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να αντιδρά με έναν καθορισμένο τρόπο. Αυτό είναι ελληνικότητα. Και στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, αλλά και σήμερα». Ο Έλληνας είναι φορέας, πολλές φορές ασυνείδητα, της ελληνικότητας. Η ανωριμότητα δεν επιτρέπει το αίσθημα της ταυτότητας. Ας ωριμάσουμε λοιπόν και ας τολμήσουμε να αγγίξουμε την ταυτότητά μας, με την αγιότητα των αισθήσεων των ποιημάτων του Ελύτη. Για να καταφέρουμε να φτάσουμε την ωριμότητα αυτή που απαιτείται προϋποτίθεται η γνώση της ιστορίας μας. Μιας ιστορίας που κινείται πάντα στα ίδια μοτίβα, με μια Ελλάδα «να αγωνίζεται ως μικρή κι ως αδικημένη».

«ΑΥΤΟΣ, ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

Η αγάπη του Ελύτη για τη μικρή αυτή γη διαφαίνεται σε όλα του τα έργα, τα οποία είναι διάχυτα με εικόνες του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου και η περιγραφή των οποίων φτάνει σε βαθμό δοξολογίας στο ποίημά του, «Άξιον Εστί». Η ιδέα για το σύνολο του έργου αυτού, γεννάται όταν ο ποιητής φεύγει από την Ελλάδα, έχοντας στη σκέψη του εικόνες από τα πεινασμένα Ελληνόπουλα και φτάνοντας στην Ελβετία, όπου έρχεται αντιμέτωπος με το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις συνθήκες διαβίωσης των δύο χωρών. Έτσι, το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» αποκτά έναν χαρακτήρα δεητικό, με αναλογίες όπως αυτές της Θείας Λειτουργίας, αναφερόμενο όμως στο δράμα της Ελλάδας της τότε εποχής. Στο ποίημα γίνεται προσπάθεια να ταυτιστεί η μοίρα του ποιητή με τη μοίρα της Ελλάδας, αφού και οι δυο πασχίζουν για την Ελευθερία.

«αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»
(απόσπασμα ποιήματος Η ΓΕΝΕΣΙΣ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ)

Στο πρώτο μέρος, «Η ΓΕΝΕΣΙΣ», περιγράφεται η ομορφιά του ελληνικού τοπίου και η σημασία της ελληνικής φύσης στη διαμόρφωση του ελληνικού τρόπου ζωής. Αναφέρεται στις ιδιομορφίες του τοπίου – άγονο έδαφος, λειψυδρία – και τονίζεται η σημασία της στέρησης και του μέτρου. Ο άνθρωπος, που δεν έχει γνωρίσει στη ζωή του εύκολο στήριγμα, αναγκάστηκε να φτάσει σε βάθος τη σκέψη του αναζητώντας την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων. Σε συνέντευξή του, ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί γιατί όταν ο Λε Κορμπιζιέρ (Γάλλος μοντερνιστής αρχιτέκτονας) είδε για πρώτη φορά τα σπίτια των Κυκλάδων έμεινε έκθαμβος: «Αυτό που έψαχναν αυτοί να βρούνε μέσα από τους μαιάνδρους της δυτικής έρευνας, οι τεχνίτες των νησιών τα είχαν βρει ως λύσεις που ήταν και πρακτικές και αισθητικές μαζί. Όσο πιο σωστά εξυπηρετούσε έναν πρακτικό σκοπό, τόσο πιο πολύ απέβαλλε τα περιττά και τα στολίδια, έτσι που στο τέλος έμενε μόνο η ουσία». Ο ποιητής αντιλαμβάνεται την αξία της φύσης και την ταπείνωση που πρέπει να επιδεικνύει ο άνθρωπος μπροστά στους νόμους και τις ανάγκες της. Στο τέλος της «ΓΕΝΕΣΙΣ», παρουσιάζεται ο ουρανός, ο οποίος συμβολίζει την Ελευθερία, αλλά και το άγνωστο. Η ευρύτητά του στο ελληνικό τοπίο, παρακίνησε τον άνθρωπο να αναλύσει και να κατανοήσει τα μυστήρια της φύσης, «παρόλο που το μυστήριο της ζωής παραμένει μυστήριο ακόμα και μέσα στο απόλυτο φως». Κι εδώ, πώς θα μπορούσαμε να μην διερωτηθούμε για τις συνέπειες της αποξένωσης του ανθρώπου από τη φύση ή ακόμα χειρότερα, της αλλοίωσης του ελληνικού τοπίου και της ασέβειας προς το πνεύμα του τόπου; Μήπως όταν απομακρυνόμαστε από τη φύση, απομακρυνόμαστε και από τις βασικές αξίες του πολιτισμού μας, οι οποίες αναπτύχθηκαν χάρη σ’ αυτήν;

«Αυτός που γύρευα, είμαι».

Σε συνέντευξή του το 1980, ο ποιητής μιλά για τους ενδοιασμούς του για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, εκφράζοντας τον φόβο μήπως αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της και η φυσιογνωμία της. Συμπληρώνοντας όμως τη σκέψη του, μας θυμίζει πως ο Ελληνισμός παρουσίαζε πάντοτε μιαν εκπληκτική ικανότητα να προσαρμόζεται και να δραστηριοποιείται μέσα στα ξένα σύνολα. Έτσι, αναγνωρίζει πως ίσως θα ήταν πιο σωστό να προχωρήσουμε στην ένταξη, απορρίπτοντας τον δρόμο της απομόνωσης «με την προοπτική, πάντοτε, να διακριθούμε στην ποιότητα, που σημαίνει στο πνεύμα». Προϋπόθεση, όμως, αποτελεί η ύπαρξη μιας παιδείας σοβαρής και βαθιάς, «γιατί μόνο με αυτή θα μπορέσουμε να διακριθούμε σε ένα νέο δρόμο διατηρώντας ταυτόχρονα και τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας μας». Πολλές φορές, νιώθοντας τον κίνδυνο που διατρέχει ο πολιτισμός μας – δυστυχώς, κυρίως από τους ίδιους τους φορείς του –, περιμένουμε έναν από μηχανής Θεό να έρθει και να μας σώσει.

Για να επιβιώσει ένας λαός, πρέπει να υπάρχει συλλογική βούληση και θέληση. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι σωτήρες που περιμένουμε, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ο κάθε λαός είναι φορέας του πολιτισμού του και έχει υποχρέωση να τον αναπαράγει, να τον εξελίσσει και να τον βελτιώνει, αφού πρώτα όμως τον σεβαστεί και τον αγαπήσει. Είναι στο χέρι μας να μη διακοπεί η διαχρονική σχέση πολιτισμού, τόπου και ανθρώπου στην όμορφή μας πατρίδα.

Οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί που εξέφραζε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης ορθώνονται σήμερα μπροστά μας, τόσο επίκαιρα. Όπως έλεγε ο Σέλλεϊ (Άγγλος ρομαντικός ποιητής) «σκοπός του ποιητή δεν είναι μόνον το να θεωρεί το παρόν ως έχει (…) αλλά μέσα στο παρόν να διακρίνει το μέλλον». Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς – και για τόσους άλλους – είναι σημαντικό να μην υποτιμούμε, αλλά να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την ποίηση. Ο ποιητής διακρίνει μιαν αλήθεια που δε φαίνεται με μάτι γυμνό και μέσα από τα ποιήματά του, προσπαθεί να μας βοηθήσει να την αντιληφθούμε.

Όταν ο Χατζιδάκης επισκέφθηκε τον Οδυσσέα Ελύτη στο νοσοκομείο τον ρώτησε: «Γιατί τα κάνουμε όλα αυτά»; «Για την Ελλάδα», του απάντησε ο μεγάλος ποιητής.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκη