ΗΠΑ – Τουρκία: Συμφωνία ελεύθερου εμπορίου

Ο Ρεπουμπλικανικός γερουσιαστής της Νοτίου Καρολίνας, Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος είναι και πολιτικός σύμμαχος του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλτ Τραμπ, συμμετείχε την περασμένη βδομάδα σε διαδικτυακή εκδήλωση του Turkey – U.S. Business Council, όπου αναφέρθηκε στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Συγκεκριμένα, ο κ. Γκράχαμ πρότεινε τη σύναψη μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ, η οποία θα συμβάλει, όπως ανέφερε, στην ενσωμάτωση των οικονομιών των δύο χωρών.

Σχετικά με την ενσωμάτωση, ο Αμερικανός γερουσιαστής ανέφερε ότι «Αν υπάρξει μια ενσωμάτωση των δύο οικονομιών, θα είναι περισσότερο αποτελεσματικός ο (αμερικανοτουρκικός) συνεταιρισμός στην Αφρική». Επίσης, πρόσθεσε ότι «Τίποτε δεν θα με ικανοποιούσε περισσότερο από μία σύμπραξη με την Τουρκία, ώστε να δοθούν στην αφρικανική ήπειρο εναλλακτικές προς τα κινέζικα προϊόντα και την κινεζική επιρροή». Ο κ. Γκράχαμ, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ενάντια στην Κίνα, ανέφερε επιπλέον ότι η Τουρκία μοιάζει να έχει «επεξεργασμένες δυνατότητες αλλά σε χαμηλό κόστος, που θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν την Κίνα».

Ωστόσο, όπως ήταν αναμενόμενο, η προσφορά του Αμερικανού γερουσιαστή συνοδεύεται από κάποιους όρους – ανταλλάγματα. Συγκεκριμένα, στην διαδικτυακή εκδήλωση, ο κ. Γκράχαμ αναφέρθηκε στην προμήθεια των ρωσικών συστημάτων S-400 στην Τουρκία, ένα ζήτημα το οποίο ενέτεινε την αμερικανοτουρκική κρίση, καθώς και στην «εισβολή της Τουρκίας στη Συρία», όπως χαρακτήρισε ο γερουσιαστής. Σχετικά με το δεύτερο ζήτημα, ο Γκράχαμ αναγνώρισε ότι η Τουρκία έχει ανάγκη από μια «ζώνη προστασίας» στα νότια σύνορά της, όμως τόνισε ότι οι ΗΠΑ «δεν θα εγκαταλείψουν τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις», οι οποίες συνεργάζονται με τους Κούρδους μαχητές ενάντια στους τρομοκράτες του ISIS.

Με απλά λόγια, ο ρόλος του Ερντογάν στην ευρύτερη περιοχή φαίνεται να λαμβάνει και πάλι ισχύ, καθώς πραγματοποιείται μια νέα προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί ακόμη μια απόδειξη της δυτικής επιθυμίας να ασκεί πλήρη επιρροή σε Ανατολική Μεσόγειο, Αιγαίο και Μέση Ανατολή, μέσω της Τουρκίας, παρά τις κατά καιρούς ενέργειες του Ερντογάν που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Αμερικής. Είναι, λοιπόν, φανερό το ότι κανένας Τούρκος ηγέτης δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στα αμερικανικά σχέδια για διείσδυση στην περιοχή, εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της Τουρκίας. Άλλωστε, ο Αμερικανός γερουσιαστής, ως εκπρόσωπος των ΗΠΑ στην εκδήλωση, τόνισε επανειλημμένως την αμερικανική θέση περί αποτροπής οποιασδήποτε κινέζικης επιρροής στην περιοχή. Ως εκ τούτου, η εκμετάλλευση της Τουρκίας από πλευράς της Αμερικής μπορεί να επιτύχει τον αμερικανικό αυτό στόχο.

Σχετικά με τη στήριξη των ΗΠΑ προς τους Κούρδους μαχητές, δεν είναι κάτι που πρέπει να ερμηνευτεί ως ταύτιση των συμφερόντων των Κούρδων με των Αμερικανών. Οι ΗΠΑ ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν, κάτι για το οποίο οι Κούρδοι αγωνίζονται με σθένος εδώ και δεκαετίες. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που οι Αμερικανοί «σύμμαχοι» πρόδωσαν τους Κούρδους. Απλώς, μέσω της στήριξής τους στους Κούρδους αγωνιστές που κυριαρχούν στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, επιθυμούν να ασκούν κυριαρχία. Επίσης, η πρόσφατη ήττα της Τουρκίας στη Συρία αποτελεί ακόμα έναν λόγο για τον οποίο οι Αμερικανοί έστρεψαν ξανά το ενδιαφέρον τους προς τους Κούρδους. Παρ’ όλα αυτά, η στήριξη των Αμερικανών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα «όπλα» των Κούρδων απέναντι στους Τούρκους. Γι’ αυτό, θα έπρεπε να καταστεί εκμεταλλεύσιμη, με πλήρη όμως επιφυλακτικότητα.

Το παιχνίδι «πάρε – δώσε» μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ δεν φαίνεται να τερματίζεται, μέχρι να ασκήσουν οι Αμερικανοί την επιθυμητή επιρροή στην ευρύτερη περιοχή και να αποτρέψουν κάθε πιθανή επιρροή της Κίνας. Αυτό που θα έπρεπε να πράξουμε εμείς είναι να αναδείξουμε στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο ότι τα συμφέροντα τους μπορούν να εξυπηρετηθούν μόνο μέσω του ελληνικού κοινού χώρου, καθώς η Τουρκία αποτελεί έναν ασταθή σύμμαχο τους. Ειδικά, στην περίπτωση των κρατών του Ελληνισμού, είναι γεγονός ότι η ενδεχόμενη αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων θα τοποθετήσει ξανά την ελληνική πλευρά σε δυσμενή θέση απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. Οι εν λόγω εξελίξεις αναδεικνύουν για ακόμα μια φορά την αδυναμία της πλευράς μας σχετικά με τη σύναψη συμμαχιών, που με ορθή εκμετάλλευση θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις οποιεσδήποτε τουρκικές επιθετικές ενέργειες εις βάρος του Ελληνισμού. Αντ’ αυτού, φαίνεται ότι οι κυβερνήσεις των δύο κρατών θα αναμένουν και πάλι την επιβολή τετελεσμένων, πριν να πραγματοποιήσουν την οποιαδήποτε ενέργεια που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε την τουρκική απειλή.

 

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Επεισόδιο αποχώρησης Γαλλίας από άσκηση στη Μεσόγειο

Με επιστολή, στις 30 Ιουνίου προς τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλντεμπεργκ, ανακοίνωσε η μόνιμη αντιπρόσωπος της Γαλλίας την αποχώρηση της μεσογειακής χώρας από την ναυτική άσκηση στη Μεσόγειο «SeaGuardian», όπως αποκάλυψε γαλλική ιστοσελίδα. Το Παρίσι είναι φανερά δυσαρεστημένο από τη στάση του ΝΑΤΟ σχετικά με το λιβυκό ζήτημα, αφού θεωρεί ότι η βορειοατλαντική συμμαχία ασκεί κατευναστική πολιτική έναντι της τουρκικής βαρβαρότητας και των ισλαμιστών συμμάχων της στη Λιβύη.

Το επεισόδιο που έγινε η αιτία για την αποχώρηση της Γαλλίας από τη Μεσόγειο έλαβε χώρα στις 10 Ιουνίου, όταν και η τουρκική φρεγάτα «Όρουτς Ρέις» πραγματοποίησε επιθετικούς ελιγμούς έναντι της γαλλικής φρεγάτας «Κουρμπέτ». Η Γαλλία διαμαρτυρήθηκε έντονα στο ΝΑΤΟ για το συμβάν μέσω της Υπουργού Άμυνάς της, Φλορένς Παρλίν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ΝΑΤΟ να ανοίξει έρευνα σχετικά με το συμβάν στις 18 Ιουνίου.

Παρόλα αυτά, η Γαλλία θεωρεί ότι η συγκεκριμένη έρευνα δεν έκρινε ορθά όσα συνέβησαν και το ΝΑΤΟ έδρασε με κατευναστικό τρόπο έναντι της τουρκικής βαρβαρότητας στην περιοχή. Αυτό δεν μπορούσε να μην δημιουργήσει ρήγμα στη σχέση που διατηρεί η Γαλλία με την ηγεσία της Συμμαχίας, καθώς ανέμενε διαφορετικούς κανόνες εμπλοκής και συνεργασία με την επιχείρηση «Ειρήνη» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αφορά την τήρηση του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη.

Αντιθέτως, όπως είδαμε και πρόσφατα όταν το αρχηγείο της επιχείρησης «Ειρήνη» αρνήθηκε σε ελληνική φρεγάτα να αποτρέψει Τανζανικό φορτηγό πλοίο, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά, από το να μεταφέρουν πολεμικό υλικό στη Λιβύη παρότι κινούνταν πολύ ύποπτα και αρνήθηκαν την προσέγγιση των ελληνικών δυνάμεων, οι δυτικές δυνάμεις δρουν τελείως αναποτελεσματικά στη Μεσόγειο, κάτι που επιτρέπει στην Τουρκία να ενεργεί ανενόχλητη. Ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή η Γαλλία να αντιδράσει στην προκλητική στάση της ηγεσίας του ΝΑΤΟ, καθώς ένα μόνιμο μέλος του απειλείται από μια χώρα που θεωρείται σύμμαχός του στο πλαίσιο της Συμμαχίας, αλλά παρόλα αυτά το ΝΑΤΟ δεν πράττει τα δέοντα για να αποτραπούν τέτοια γεγονότα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιχείρηση «SeaGuardian» έχει ως στόχο να αποτρέψει τις τρομοκρατικές ενέργειες στην περιοχή.

Γενικότερα, οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας-Τουρκίας κλιμακώνονται έτι περισσότερο έπειτα και από αυτό το συμβάν. Οι ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι πρόσφατα υπέγραψαν τον νόμο στήριξης προς τον υποθαλάσσιο αγωγό EastMed και το ότι οι κύριες πετρελαϊκές εταιρίες της έχουν σημαντικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, ακολουθούν κατευναστική πολιτική έναντι της Άγκυρας, καθώς την θεωρούν σύμμαχο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ειδικά στο λιβυκό ζήτημα, το αντίπαλο δέος της τουρκόφιλης νόμιμης κυβέρνησης της Λιβύης, δηλαδή ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός του Στρατάρχη Χαλιφά Χαφτάρ, στηρίζεται και από τη Ρωσία. Επομένως, είναι πιθανόν να φοβούνται περισσότερο την γεωστρατηγική επέκταση της Ρωσίας στην Αφρική μέσω της Λιβύης, από το ρήγμα στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, σε πλήρη συνεργασία πάντα με την Ελλάδα, επιβάλλεται να εκμεταλλευτεί το γεγονός της ρήξης της Τουρκίας με τη Γαλλία και να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί το ισχυρό αυτό γεωπολιτικό χαρτί. Η Γαλλία αποτελεί μια χώρα που έχει πολύ σημαντικό ρόλο στην Μεσόγειο. Λόγω της δυναμικής της, μπορεί να ισχυροποιήσει πολύ τις θέσεις του ελληνικού κοινού χώρου αν υποστηρίζονται ένθερμα από μια παγκόσμια γεωπολιτική δύναμη τεράστιου βεληνεκούς. Αντί ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας να πραγματοποιεί δηλώσεις παράδοσης προς τον σουλτάνο της Άγκυρας, θα μπορούσε καλύτερα να ζητήσει από τη Γαλλία να παραμείνει με αεροναυτικές δυνάμεις στην περιοχή, όχι ως μέρος άσκησης του ΝΑΤΟ, αλλά ως υποστηρικτής των κυπριακών θέσεων προς αποτροπή των τουρκικών παράνομων ενεργειών. Είναι εκ των ων ουκ άνευ η προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Ο καλύτερος τρόπος να προστατευτούν είναι να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αποτροπής της πραγμάτωσης των απειλών της Τουρκίας με την ουσιαστική στήριξη των πραγματικών συμμάχων μας.

Γραφείο Τύπου

Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Επίσκεψη του Ζοζέπ Μπορέλ στην Κύπρο

Ο Ζοζέπ Μπορέλ, Ύπατος Εκπρόσωπος για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρέθηκε στην Κύπρο, συζητώντας με τον Υπουργό Εξωτερικών και τον Υπουργό Άμυνας, όσον αφορά την τουρκική παραβατικότητα στην κυπριακή ΑΟΖ και Ανατολική Μεσόγειο. Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος αποχώρησε μετά την ολοκλήρωση δύο ημερών, όντας πλήρως ενημερωμένος για τη συνεχή προκλητικότητα της Τουρκίας στο νησί, καθώς συνέλεξε στοιχεία από τις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν και παρακολούθησε ο ίδιος τις έκνομες τουρκικές ενέργειες.

Συγκεκριμένα, υπό τη συνοδεία του Υπουργού Άμυνας, Σάββα Αγγελίδη, και του Αρχηγού της ΕΦ, Δημόκριτου Ζεβράκη, ο Ζοζέπ Μπορέλ μεταφέρθηκε με στρατιωτικό ελικόπτερο πάνω από την κυπριακή ΑΟΖ και το τεμάχιο 6 όπου δραστηριοποιείται παράνομα το τουρκικό γεωτρύπανο Γιαβούζ, γύρω από το οποίο έχουν στήσει ασπίδα προστασίας τουρκικά πολεμικά πλοία. Παράλληλα, παρατήρησε από αιθέρος και την πόλη-φάντασμα της Αμμοχώστου. Όπως τόνισε ο κ. Μπορέλ, «Είναι η μοναδική πόλη της Ευρώπης που είναι ακόμη διαιρεμένη», με τον Κύπριο ΥΠΕΞ Νίκο Χριστοδουλίδη να απαντάει ότι είναι «Πολύ διαφορετικό να εξηγείς την κατάσταση σε κάποιον που δεν γνωρίζει τα δεδομένα στην Κύπρο και άλλο να τα βλέπεις προσωπικά με μια τέτοια επίσκεψη».

Όπως ανέφερε ο κ. Χριστοδουλίδης η επιλογή αυτής της επίσκεψης κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, αποτελεί μια σκόπιμη πράξη και στέλνει το μήνυμα ότι η ΕΕ «είναι παρούσα και εμπλέκεται στην Ανατολική Μεσόγειο και στέκεται ενωμένη πίσω από τα κράτη-μέλη της έναντι απειλών και επιθετικότητας, όχι μόνο με λόγια αλλά με πράξεις». Επιπλέον, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι συζητήθηκαν με τον Ευρωπαίο αξιωματούχο συγκεκριμένοι τρόποι, με τους οποίους θα απαντήσει η ΕΕ έναντι της κλιμάκωσης από την Τουρκία, στο πλαίσιο της εφαρμογής και ενίσχυσης των υφιστάμενων αποφάσεων, που έχουν συμφωνηθεί από το Συμβούλιο. Ακόμα, συζητήθηκε η συμπεριφορά και η πολιτική της Τουρκίας, με τον κ. Χριστοδουλίδης να την χαρακτηρίζει «ρεβιζιονιστική πολιτική, η οποία εφαρμόζεται με τη χρήση βίας», καθώς και η αρνητική επιρροή που έχει αυτή της η συμπεριφορά σε ολόκληρο το φάσμα των σχέσεων μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας. Όπως επεσήμανε, αυτό «είναι ένα ζήτημα το οποίο θα συζητηθεί στο επερχόμενο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων».

Ωστόσο, ο κ. Μπορέλ αναφέρθηκε σε διαπραγματεύσεις μέσω ανοιχτού διαλόγου με την Τουρκία στο πλαίσιο των καλών γειτονικών σχέσεων. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι «χαιρετίζουμε την πρόσκληση από την Κυβέρνηση της Κύπρου προς την Τουρκία να διαπραγματευτούν με καλή πίστη για την θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ των αντίστοιχων ακτών τους και θα εμπλακούμε και εμείς γιατί η περιφερειακή σταθερότητα αποτελεί προτεραιότητα για την ΕΕ». Εξέφρασε επίσης την ελπίδα ότι «το επόμενο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, με τη δική σας συμβολή, θα βοηθήσει να διασαφηνιστούν οι επιλογές και το πώς προχωρούμε έτσι ώστε να επιλυθούν αυτά τα προβλήματα και να βελτιωθούν οι σχέσεις μας με την Τουρκία».

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί εκ μέρους μας ότι η διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση των θαλασσών μαζί με την Τουρκία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μόνο στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Εφόσον η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την ΚΔ και πραγματοποιεί πειρατικές ενέργειες στην κυπριακή και ελληνική ΑΟΖ, είναι προφανές ότι δεν επιθυμεί να πραγματοποιηθεί δίκαιη οριοθέτηση. Εξάλλου, επανειλημμένα απέδειξε ότι μοναδικός και κύριος στόχος της αποτελεί η κυριαρχία της στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ είναι επίσης γνωστή και η αρνητική στάση που διατηρεί γύρω από οποιαδήποτε συζήτηση, όπως είναι και η βία που χρησιμοποιεί ανέκαθεν. Ας μην ξεχνάμε, πως η Τουρκία έδειξε ουκ ολίγες φορές την αδιαπραγμάτευτή της στάση. Παρόλα αυτά, ο διάλογος μεταξύ Λευκωσίας – Άγκυρας, είναι κάτι που σχεδιάζει να ζητήσει ο κ. Μπορέλ από την Τουρκία και ελπίζει να πραγματοποιηθεί πριν τις 13 Ιουλίου, δηλαδή πριν τη σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε, εάν και εφόσον η Τουρκία αποδεχτεί την πρόσκλησή του.

Όμως, φαίνεται ότι η προσπάθεια του αξιωματούχου κατάρρευσε πριν γίνει επίσημη πρόταση, καθώς η Άγκυρα αντέδρασε σχετικά με την επίσκεψη του κ. Μπορέλ στην Κύπρο. Ένα γεγονός που ήταν αναμενόμενο, αφού από τη στιγμή που η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της ΚΔ, δεν θα δεχόταν καμιά συζήτηση με τη δεύτερη, ούτε με τη μεσολάβηση της ΕΕ. Επομένως, η τουρκική πλευρά επιχειρώντας να κινήσει όπως αυτή επιθυμεί τα νήματα, απαιτεί ουσιαστικά να τεθεί εκτός οποιαδήποτε πρόταση για απευθείας διάλογο Άγκυρας με Λευκωσία. Συγκεκριμένα, το τουρκικό Υπουργείο αναφέρει στη σχετική ανακοίνωσή του ότι μέχρι τη λύση του Κυπριακού, συνομιλητές των Ελληνοκυπρίων για το θέμα των οδοφραγμάτων θα είναι οι Τουρκοκύπριοι.

Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι «εάν επιδιώκεται λύση στο θέμα της ανατολικής Μεσογείου, το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει είναι να συναντηθούν οι δύο «λαοί» στο νησί το συντομότερο για τη δημιουργία ενός κοινού μηχανισμού συνεργασίας έρευνας και διαχείρισης υδρογονανθράκων, καθώς και διαμοιρασμού των εσόδων», προσθέτοντας ότι «η πρόταση της «τδβκ» στις 13 Ιουλίου 2019 διασφαλίζει την απαραίτητη βάση γι’ αυτό». Σημειώθηκε επίσης, ότι «Η οριοθέτηση των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στα δυτικά της νήσου Κύπρου θα είναι δυνατή μόνο μετά την επίλυση του Κυπριακού. Η Τουρκία δεν θα καθίσει ποτέ στο τραπέζι με την «ελληνοκυπριακή διοίκηση νοτίου Κύπρου» η οποία έχει σφετεριστεί τον τίτλο της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν εκπροσωπεί τους Τουρκοκύπριους». Με άλλα λόγια, για ακόμα μια φορά η Άγκυρα πιέζει να επιλυθεί το Κυπριακό ζήτημα, υπό δικούς της όρους και έπειτα από αλλεπάλληλες πιέσεις, εκμεταλλευόμενη τους τ/κ και ένα παράνομο κράτος που μόνο αυτή αναγνωρίζει. Έχει το θράσος να βάζει όρους και στην ΕΕ, ενώ η ίδια έχει εισβάλει και κρατά κατεχόμενο από τότε το 37% κράτους-μέλους της.

Άλλωστε, πώς να μην έχει τόσο θράσος, αφού εμείς οι ίδιοι της παραχωρήσαμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Πρέπει να γίνει κατανοητό πριν να είναι πλέον πολύ αργά, ότι η Τουρκία δεν γνωρίζει από δημοκρατικούς διαλόγους και διαπραγματεύσεις, παρά μόνο εάν οι διάλογοι γίνουν σκληροί και αδιαπραγμάτευτοι. Αυτό ευνοείται κάλλιστα όταν η ίδια έχει ανοιχτά μέτωπα σε όλο το εύρος της περιοχής. Πρέπει επίσης να γίνει αντιληπτό, ότι για να συμμορφωθεί η Τουρκία για το καλό των περισσότερων χωρών της ΕΕ και πρωτίστως της Κυπριακής Δημοκρατίας και για να αποφέρει καρπούς η επίσκεψη του Ευρωπαίου αξιωματούχου, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν κυρώσεις έναντι της Τουρκίας σε συνδυασμό με την αποκοπή προενταξιακής ενίσχυσης, που ανέρχεται στα 1,5 δισ. ευρώ.  Επίσης, πρέπει να πραγματωθούν και άλλα βήματα ουσιαστικής αποτροπής των τουρκικών ενεργειών και όχι μόνο δηλώσεις αντίθεσης. Τέτοιες κινήσεις θα διαφοροποιήσουν σίγουρα τα δεδομένα και η Άγκυρα, από τη στιγμή που αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα, θα αποκτήσει σοβαρούς λόγους για να συζητήσει.

Σαφώς και η επίσκεψη του Ευρωπαίου αξιωματούχου είναι άκρως σημαντική και επιδεικνύει ενδιαφέρον προς το πρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας σχετικά με τις συνεχείς παραβιάσεις εκ μέρους της Τουρκίας. Ωστόσο, αυτό πρέπει να συνδυαστεί και με άλλες ενέργειες που θα έχουν ως σκοπό την αποτροπή των τουρκικών ενεργειών, καθώς σκοπός του κ. Μπορέλ δεν είναι μόνο η παρακίνηση της Τουρκίας να παύσει να παραβιάζει τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, κάτι που μπορεί να αποβεί μοιραίο για τους αδύνατους, και στην προκειμένη περίπτωση για την κυπριακή πλευρά.

 

Γραφείο Τύπου

Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών

Ο λεγόμενος αντιπρόσωπος του κατοχικού καθεστώτος, Ισμέτ Κορούκογλου, απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, μέσω του Τούρκου Μόνιμου Αντιπροσώπου, για να απαντήσει στις καταγγελίες στις οποίες προέβη η Κυπριακή Δημοκρατία για τις τουρκικές παραβιάσεις του κυπριακού εναέριου χώρου.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή αναφέρει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά αγνοεί «τις τρέχουσες πραγματικότητες, δηλαδή, την ύπαρξη δύο ανεξάρτητων, αυτοδιοικούμενων κρατών στο νησί της Κύπρου, όπου το καθένα ασκεί κυριαρχία και δικαιοδοσία στην αντίστοιχη επικράτειά του». Αυτό εντάσσεται στη λογική της εξίσωσης, της νόμιμης Κυπριακής Δημοκρατίας και του παράνομου ψευδοκράτους που εγκαταστάθηκε έπειτα από την παράνομη εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή της Τουρκίας. Αυτό αποτελεί αναβάθμιση του ψευδοκράτους και υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επιστολή που στάλθηκε από την πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφερόταν στην παράνομη λειτουργία λιμανιών και αεροδρομίων στα κατεχόμενα από το 1974 μέχρι και σήμερα, που έρχονται σε αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο. Σε απάντησή του ο Ισμέτ Κορούκογλου, επικαλέστηκε σχετική έκθεση του τότε Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Κόφι Ανάν με ημερομηνία 28 Μαΐου 2004 (S / 2004/437), στην οποία ανέφερε «Ελπίζω ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορούν να δώσουν ισχυρό προβάδισμα σε όλα τα κράτη να συνεργαστούν διμερώς και σε διεθνείς οργανισμούς για την εξάλειψη περιττών περιορισμών και εμποδίων που έχουν ως αποτέλεσμα την απομόνωση των Τουρκοκυπρίων και την παρεμπόδιση της ανάπτυξής τους, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση είναι σύμφωνη με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας 541 (1983) και 550 (1984)».

Επιπλέον δήλωσε ότι «το τεχνολογικά ενημερωμένο κέντρο ελέγχου παρέχει τακτικές, αξιόπιστες και ασφαλείς υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας από την άρνηση της ελληνοκυπριακής πλευράς το 1977 για την παροχή υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας στο βόρειο τμήμα του νησιού, σύμφωνα με την πολιτική της απομόνωσης του τουρκοκυπριακού λαού». Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι η «αρχή πολιτικής αεροπορίας» της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» είναι ο μόνος αρμόδιος φορέας για παροχή υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας και αεροναυτικών πληροφοριών εντός του εθνικού της εναέριου χώρου και οι ανακοινώσεις στους αερομεταφορείς εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας ( Σύμβαση του Σικάγου).

Για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση, ο κατοχικός εκπρόσωπος παρουσιάζει στατιστικά και αριθμούς, ισχυριζόμενος ότι «ο αριθμός των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας έχει αυξηθεί σύμφωνα με τον αυξανόμενο αριθμό πτήσεων με την πάροδο των ετών και το κέντρο ελέγχου της περιοχής Ercan (σ.σ. Τύμπου), βρίσκεται στο A / 74/902 S / 2020/552 20-08029 3/3 τακτικά και κοντά σε συνεργασία με το κέντρο ελέγχου της περιοχής της Άγκυρας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφαλής διεξαγωγή όλων των πτήσεων στην περιοχή. Μόνο το 2019, ο αριθμός των επιβατών που χρησιμοποίησαν το αεροδρόμιο Ercan, ανήλθε στους 4.035.276. Επιπλέον, το 2019, 27.760 αεροσκάφη χρησιμοποίησαν το αεροδρόμιο Ercan για άφιξη και αναχώρηση, και 224.898 αεροσκάφη χρησιμοποίησαν τον εναέριο χώρο του Ercan».

Γίνεται σαφές λοιπόν ότι το ψευδοκράτος θεωρεί υπαίτιο για όλη την κατάσταση την ελληνοκυπριακή πλευρά, με το πρόσχημα ότι αυτή τους απομάκρυνε και τους έθεσε στο περιθώριο. Επικαλούνται ότι έχουν πολιτική υπόσταση, τονίζοντας ότι αν η ελληνοκυπριακή πλευρά θέλει να συζητήσει οτιδήποτε, τότε θα πρέπει να το πράξει με την «τουρκοκυπριακή πλευρά» και όχι με την Τουρκία. Η μαριονέτα της Τουρκίας, İsmet Korukoğlu, καλά θα κάνει να συλλογιστεί ότι εδώ και 46 χρόνια στεγάζονται σε ένα παράνομο κατοχικό μόρφωμα με καμία νόμιμη ή πολιτική υπόσταση.

Αυτός που ασκεί τον πραγματικό έλεγχο στα χωριά μας είναι η κατοχική Τουρκία και μόνο αυτή. Επομένως, απαιτούμε από τα Ηνωμένα Έθνη να πάψουν να εθελοτυφλούν και να προβούν στις επιβαλλόμενες ενέργειες, προκειμένου να επιβληθούν ποινές και κυρώσεις στην Τουρκία ως υπαίτια για την εισβολή και την συνεχιζόμενη κατοχή. Επίσης, απαιτούμε από τους αρμόδιους φορείς να ενημερώσουν επί της ουσίας τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ σχετικά με το Κυπριακό πρόβλημα. Το Κυπριακό αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής και όχι δικοινοτικό πρόβλημα και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται. Καμιά απόκλιση από την πραγματικότητα και την κατάσταση που επικρατεί στο νησί δεν είναι ανεκτή.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών

Ο λεγόμενος αντιπρόσωπος του κατοχικού καθεστώτος, İsmet Korukoğlu, απέστειλε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, μέσω του Τούρκου Μόνιμου Αντιπροσώπου, για να απαντήσει στις καταγγελίες στις οποίες προέβη η Κυπριακή Δημοκρατία για τις τουρκικές παραβιάσεις του κυπριακού εναέριου χώρου.

Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή αναφέρει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά αγνοεί «τις τρέχουσες πραγματικότητες, δηλαδή, την ύπαρξη δύο ανεξάρτητων, αυτοδιοικούμενων κρατών στο νησί της Κύπρου, όπου το καθένα ασκεί κυριαρχία και δικαιοδοσία στην αντίστοιχη επικράτειά του». Αυτό εντάσσεται στη λογική της εξίσωσης των δύο οντοτήτων, της νόμιμης Κυπριακής Δημοκρατίας και του παράνομου ψευδοκράτους που εγκαταστάθηκε έπειτα από την παράνομη εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή της Τουρκίας. Αυτό αποτελεί αναβάθμιση του ψευδοκράτους και υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επιστολή που στάλθηκε από την πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφερόταν στην παράνομη λειτουργία λιμανιών και αεροδρομίων στα κατεχόμενα από το 1974 μέχρι και σήμερα, που έρχονται σε αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο. Σε απάντησή του ο İsmet Korukoğlu, επικαλέστηκε σχετική έκθεση του τότε Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Κόφι Ανάν με ημερομηνία 28 Μαΐου 2004 (S / 2004/437), στην οποία ανέφερε τα εξής: «Ελπίζω ότι τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορούν να δώσουν ισχυρό προβάδισμα σε όλα τα κράτη να συνεργαστούν διμερώς και σε διεθνείς οργανισμούς για την εξάλειψη περιττών περιορισμών και εμποδίων που έχουν ως αποτέλεσμα την απομόνωση των Τουρκοκυπρίων και την παρεμπόδιση της ανάπτυξής τους, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση είναι σύμφωνη με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας 541 (1983) και 550 (1984)».

Αναφέρεται επίσης ότι «το τεχνολογικά ενημερωμένο κέντρο ελέγχου παρέχει τακτικές, αξιόπιστες και ασφαλείς υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας από την άρνηση της ελληνοκυπριακής πλευράς το 1977 για την παροχή υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας στο βόρειο τμήμα του νησιού, σύμφωνα με την πολιτική της απομόνωσης του τουρκοκυπριακού λαού». Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι η «αρχή πολιτικής αεροπορίας» της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» είναι ο μόνος αρμόδιος φορέας για παροχή υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας και αεροναυτικών πληροφοριών εντός του εθνικού της εναέριου χώρου και οι ανακοινώσεις στους αερομεταφορείς εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας ( Σύμβαση του Σικάγου).

Για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση, ο κατοχικός εκπρόσωπος παρουσιάζει στατιστικά και αριθμούς, ισχυριζόμενος ότι «ο αριθμός των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας έχει αυξηθεί σύμφωνα με τον αυξανόμενο αριθμό πτήσεων με την πάροδο των ετών και το κέντρο ελέγχου της περιοχής Ercan (σ.σ. Τύμπου), βρίσκεται στο A / 74/902 S / 2020/552 20-08029 3/3 τακτικά και κοντά σε συνεργασία με το κέντρο ελέγχου της περιοχής της Άγκυρας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφαλής διεξαγωγή όλων των πτήσεων στην περιοχή. Μόνο το 2019, ο αριθμός των επιβατών που χρησιμοποίησαν το αεροδρόμιο Ercan, ανήλθε στους 4.035.276. Επιπλέον, το 2019, 27.760 αεροσκάφη χρησιμοποίησαν το αεροδρόμιο Ercan για άφιξη και αναχώρηση, και 224.898 αεροσκάφη χρησιμοποίησαν τον εναέριο χώρο του Ercan».

Γίνεται σαφές λοιπόν ότι το ψευδοκράτος θεωρεί υπαίτιο για όλη την κατάσταση την ελληνοκυπριακή πλευρά, με το πρόσχημα ότι αυτή τους απομάκρυνε και τους έθεσε στο περιθώριο. Επικαλούνται ότι έχουν πολιτική υπόσταση, τονίζοντας ότι αν η ελληνοκυπριακή πλευρά θέλει να συζητήσει οτιδήποτε, τότε θα πρέπει να το πράξει με την «τουρκοκυπριακή πλευρά» και όχι με την Τουρκία. Να υπενθυμίσουμε στον κύριο İsmet Korukoğlu ότι εδώ και 46 χρόνια στεγάζονται σε ένα παράνομο κατοχικό μόρφωμα με καμία νόμιμη ή πολιτική υπόσταση.

Αυτός που ασκεί τον πραγματικό έλεγχο στα χωριά μας είναι η κατοχική Τουρκία και μόνο αυτή. Επομένως, απαιτούμε από τα Ηνωμένα Έθνη όπως προβούν στις επιβαλλόμενες ενέργειες, προκειμένου να επιβληθούν ποινές και κυρώσεις στην Τουρκία ως υπαίτια για την εισβολή του 1974. Επίσης, απαιτούμε από τους αρμόδιους φορείς να ενημερώσουν πραγματικά τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ σχετικά με το Κυπριακό πρόβλημα. Το Κυπριακό αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής και όχι δικοινοτικό πρόβλημα και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται. Καμιά απόκλιση από αυτή την πολιτική γραμμή δεν είναι ανεκτή.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης