Επιτακτική ανάγκη η θωράκιση των συνόρων

Τεταμένη μπορεί να χαρακτηριστεί η κατάσταση στα ελληνοτουρκικά σύνορα και συγκεκριμένα στην παραμεθόρια γραμμή του ποταμού Έβρου. Συγκεκριμένα, βρετανική εφημερίδα, εξέδωσε είδηση ότι περίπου 35 Τούρκοι στρατιώτες και αστυνομικοί έχουν καταλάβει ελληνικό έδαφος στον Νότιο Έβρο και συγκεκριμένα στη θέση «Μελισσοκομείο». Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενη τοποθέτηση μας, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, σε δηλώσεις του σχετικά με το ζήτημα, αναφέρθηκε με πλήρη ασέβεια στα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας, αφού δήλωσε ότι «πρόκειται για μερικές δεκάδες μέτρα και δεν είναι λόγος να έρθουμε σε ρήξη με έναν συμμαχικό στρατό όπως η Τουρκία».

Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα από την αρχή. Στις 11 Μαΐου, έγινε προσπάθεια από την ελληνική πλευρά να τοποθετηθούν πάσσαλοι και συρματοπλέγματα στην περιοχή των Φερρών, με σκοπό να ενισχυθεί ο φράκτης του Έβρου και να εγερθούν εμπόδια στις προσπάθειες διέλευσης των παράνομων μεταναστών προς τη χώρα μας. Μετά από τα πρόσφατα γεγονότα στον Έβρο, ήταν λογική και αναμενόμενη η ενίσχυση του φράκτη στη μεθόρια γραμμή. Αποτέλεσμα της ελληνικής ενέργειας, ήταν να τοποθετηθεί το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, θέτοντας δύο ζητήματα:
α) να δώσει η Ελλάδα ακριβείς συντεταγμένες του φράκτη
β) να μην ξεκινήσει εργασίες τοποθέτησης του φράκτη, πριν τη συνεννόηση με την τουρκική πλευρά

Επίσης, η ανακοίνωση του τουρκικού ΥπΕξ αναφέρει αυτολεξεί, «η κοίτη του ποταμού που οριοθετεί το τουρκο-ελληνικό χερσαίο σύνορο το 1926 έχει αλλάξει σημαντικά, λόγω φυσικών και τεχνητών παραγόντων κι επομένως δεν υπάρχουν κοινά συμπεφωνημένες γεωγραφικές συντεταγμένες στη συγκεκριμένη περιοχή του συνόρου, που να είναι συμβατές με τη συμφωνία [πρωτόκολλο] του 1926.» Αν κοιτάξει κανείς πίσω από τις λέξεις, μπορεί να αντιληφθεί ότι η Τουρκία με αυτή της την ανακοίνωση, γνωστοποιεί ότι ΔΕΝ αναγνωρίζει το σύνορο στην περιοχή.

Τα σύνορα του Έβρου αποφασίστηκαν από μια τριμερή επιτροπή το 1926. Το πρωτόκολλο που τα καθόρισε, είναι σε ισχύ μέχρι και σήμερα. Το σημείο 2 του πρωτοκόλλου αναφέρει συγκεκριμένα «Η Επιτροπή απεφάσισεν ότι η συνοριακή γραμμή δεν θα ακολουθήση τον ρουν του ποταμού εις τας ενδεχόμενας μετακινήσεις του, αλλ’ ότι η γραμμή αυτή καθορίζεται κατά τρόπον οριστικόν από την παρούσανθέσιν του ποταμού, ως αύτη καθωρίσθη εις τους χάρτας τους καταρτισθέντας μερίμνη της Επιτροπής». Επομένως, η θέση της Τουρκίας περί αλλαγής της κοίτης του ποταμού είναι άκυρη. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες δεν μπορούν να αλλάξουν με την αλλαγή της κοίτης του ποταμού και οι συντεταγμένες αναδεικνύουν ακριβώς ότι η περιοχή σε αυτό το σημείο που τοποθετείται ο φράκτης είναι ελληνική.

Πίσω από τις ενέργειες της Τουρκίας, που «γκριζάρουν» τα ελληνοτουρκικά σύνορα, κρύβεται η επιθυμία της να μην αναπτυχθεί περαιτέρω ο φράχτης του Έβρου. Η Τουρκία αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό ως εργαλείο της και έχει θέσει ως βασικό της στόχο να στείλει τους μετανάστες που βρίσκονται στην επικράτεια της, στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Μετά την αποτυχία της να το πράξει με την οργανωμένη επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον της χώρας μας τον Μάρτιο στις Καστανιές, γνωρίζει ότι πρέπει να ενεργήσει διαφορετικά.

Ο χειρισμός της Ελλάδας στο ζήτημα ήταν επιεικώς απαράδεχτος. Αρχικά, όπως προαναφέραμε, ήταν προσβλητικό για τη χώρα μας, να αναφέρει δημόσια ο Υπουργός Εξωτερικών της ότι πρόκειται για μερικές δεκάδες μέτρα και μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία με τον «συμμαχικό στρατό», σχετικά με αυτά. Διπλωματικά, είναι ένα έγκλημα να απαξιώνει δημόσια οποιαδήποτε έκταση εδάφους της χώρας, ο επικεφαλής της διπλωματίας της. Σφάλμα, επίσης, ήταν το γεγονός ότι, η ελληνική πλευρά, ξανά δημόσια, αρκέστηκε στην πολιτική του κατευνασμού, αναφέροντας ότι δεν πρόκειται για ελληνικό έδαφος αυτό στο οποίο βρίσκονται οι Τούρκοι στρατιώτες και ότι τέτοιου είδους ζητήματα επιλύνονται, χωρίς να γνωστοποιούνται.

Αν δεν πρόκειται για ελληνικό έδαφος, τότε για ποιον λόγο δήλωσε προηγουμένως ότι πρόκειται για «μερικές δεκάδες μέτρα» και για ποιον λόγο ένιωσε την ανάγκη να προβεί το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών σε διάβημα προς την Τουρκία, σχετικά με τα γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή; Επίσης, αν αποτελεί ψευδής είδηση αυτό το γεγονός, τότε προς τι η ανακοίνωση του τουρκικού ΥπΕξ, περί αλλαγής της κοίτης του ποταμού και αλλαγής των συνόρων. Αν όντως δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν Τούρκοι στρατιώτες σε ελληνικό έδαφος, ο κ. Δένδιας οφείλει να εξηγήσει τη θέση του και να την αποδείξει επίσημα με χάρτες.

Ο πλέον παράλογος τρόπος να αναφερθεί κανείς στην Τουρκία είναι ότι πρόκειται για «σύμμαχο» χώρα. Συνήθως, τα συμμαχικά κράτη δεν καταλαμβάνουν έδαφος, ούτε συνάπτουν μνημόνια που παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα των συμμάχων τους. Η διπλή γλώσσα που έχει υιοθετήσει ο Έλληνας ΥπΕξ όταν αναφέρεται στην Τουρκία, είναι ενδεικτική της λανθασμένης εξωτερικής πολιτικής που ακολουθείται. Είναι καταστρεπτικό για την αξιοπρέπεια της χώρας μας, να υιοθετείται από την Τουρκία μια επαίσχυντη συμφωνία, που καταπατά τα θαλάσσια κυριαρχικά μας δικαιώματα και αποκόπτει ενεργειακά την Ελλάδα από την Κύπρο και ο ΥπΕξ της Ελλάδας να ονειρεύεται «συμμαχίες» και πράσσειν’ άλογα.

Όπως προαναφέραμε, η Τουρκία δεν είναι συμμαχικό κράτος. Είναι ένα κράτος τρομοκράτης, που βλάπτει απαράμιλλα τα συμφέροντα του Ελληνισμού. Στην αδηφάγο επεκτατική πολιτική της, οφείλεται η κατοχή της Κύπρου και οι αναθεωρητικές τάσεις που επιδεικνύει όσον αφορά τα νησιά του Αιγαίου και τα ενεργειακά ζητήματα. Ο κ. Δένδιας με τη στάση του, κάνει ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται να επιδείξει οποιαδήποτε αντίσταση στις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας και καίει όποια διπλωματικά χαρτιά διαθέτει.

Είναι αδύνατον να τον πάρει κάποιος στα σοβαρά, όταν προσπαθεί να δημιουργήσει συνεργασίες με τρίτα κράτη για να αντιμετωπίσει τις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας, όπως για παράδειγμα η πενταμερής του Καΐρου ή η συνεργασία για τον EastMed, και να εκδίδει ανακοινώσεις για εργαλειοποίηση του ανθρώπινου πόνου από την Τουρκία, αλλά αργότερα να αναφέρεται σε αυτήν ως «σύμμαχο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί συνεννόηση». Η διγλωσσία που χρησιμοποιεί, οδηγεί σε έλλειψη εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του και κατά συνέπεια προς το πρόσωπο της Ελλάδας.

Η Ελλάδα οφείλει να σταματήσει να λειτουργεί υπό την επιρροή των ψευδαισθήσεων που καλλιεργούνται εδώ και χρόνια. Οφείλουμε να ζυγίσουμε τα δεδομένα και τα ζητούμενα και να εξάγουμε μια στρατηγική με βάση αυτά και μόνο. Είναι δεδομένο ότι η Τουρκία επιχειρεί να καταστεί περιφερειακή δύναμη, μέσω της εμπλοκής της σε Αιγαίο, Συρία, Λιβύη και Κύπρο. Ας αντιληφθούμε ότι η Τουρκία δεν είναι μια σύμμαχος χώρα, αλλά μια χώρα με στρατηγικό σχέδιο εξάπλωσης σε θάλασσα και ξηρά. Λέγονται «Εθνικός Όρκος 2023» και «Γαλάζια Πατρίδα» και δεν είναι ευσεβείς πόθοι του καθεστώτος Ερντογάν, αλλά σχέδια σε εφαρμογή. Δεδομένο επίσης είναι ότι η ιστορική, γεωπολιτική και ενεργειακή σύνδεση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, καθιστά αδήριτη ανάγκη την πλήρη ταύτιση μεταξύ Μητροπολιτικής Ελλάδας και Κύπρου. Μόνο έτσι μπορεί να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του Ελληνισμού και να αντιμετωπιστεί ο τουρκικός επεκτατισμός.

Τέλος, δεδομένο επίσης είναι ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί ένα κατ’ εξοχήν ανθρωπιστικό ζήτημα ως εργαλείο επιβολής έναντι κρατών της περιοχής. Επιχείρησε πρώτα να δημιουργήσει τη ζώνη ασφαλείας στη Συρία, στην οποία θα τοποθετούσε τους μετανάστες που βρίσκονται στην επικράτεια της, που μετά την ήττα που υπέστη στην Ιντλίμπ, φαίνεται πως κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί τη δεδομένη στιγμή. Ακολούθως, επιχείρησε να στείλει τους μετανάστες στην Ελλάδα και την Ευρώπη μέσω της οργανωμένης επίθεσης στον Έβρο και τώρα δημιουργεί επεισόδιο για την κατασκευή ενός φράκτη στην ελληνική πλευρά, που θα μπορούσε να αποτρέψει τις εισροές μεταναστών. Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να περιμένουμε κλιμάκωση των ενεργειών της Τουρκίας το αμέσως επόμενο διάστημα από την πανδημία, κάτι που φαίνεται και από τις απειλητικές δηλώσεις του Τούρκου ΥπΕξ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου ότι «οι πρόσφυγες που ήθελαν να φύγουν πριν την πανδημία, θα επιχειρήσουν να φύγουν ξανά και να πάνε στην Ελλάδα».

Λανθασμένα, η ελληνική πλευρά αποφάσισε να κατευνάσει το κλίμα, για χάριν του κατευνασμού. Οφείλει να υπερασπίζεται τα εδάφη μας, όσο μικρή έκταση και αν είναι αν τίθενται υπό απειλή. Όσον αφορά βέβαια τον Έβρο, είναι καίριας σημασίας το γεγονός ότι η διένεξη πραγματοποιήθηκε για να μην πραγματοποιηθεί ο φράχτης που θα αποτρέπει τις διελεύσεις παράνομων μεταναστών. Αν η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να δείξει πυγμή, οφείλει να ικανοποιήσει τις εξαγγελίες και διαβεβαιώσεις της προς τον ελληνικό λαό και να κατασκευάσει τον φράχτη, ασχέτως από τις όποιες απειλές των Τούρκων. Επίσης, οι επίσημοι αξιωματούχοι του ελληνικού κράτους οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι στις δημόσιες τοποθετήσεις τους εκπροσωπούν τον ελληνικό λαό. Η απαξίωση περιοχής υπό κυριαρχία της Ελλάδας από κρατικό αξιωματούχο συνιστά έγκλημα εις βάρος των ελληνικών θέσεων. Οι συνεχείς προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας, μας επισημαίνουν ότι η Ελλάδα απαιτείται να αναθεωρήσει την πολιτική των υποχωρήσεων προς αποφυγή της έντασης. Απαιτούμε την άμεση θωράκιση των συνόρων για να αποφύγουμε τα πρόσφατα περιστατικά του Έβρου.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Άμεση ακύρωση της προδοτικής συμφωνίας των Πρεσπών

Θέμα αμφισβήτησης και ακυρότητας της Συμφωνίας των Πρεσπών, εν μέσω πολιτικής κρίσης στα Σκόπια έγειρε η γειτονική Βουλγαρία. Σε δυσμενή πολιτική κατάσταση φαίνεται να εισήλθαν τα Σκόπια, αφού οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, Ζόραν Ζάεφ και Κρίστιαν Μιτσκόφσκι, αδυνατούν να συμφωνήσουν σε ημερομηνία για τη διεξαγωγή των εκλογών, που είχαν αναβληθεί λόγω του κορωνοϊού.

Η κατάσταση επιβαρύνθηκε στην τελευταία συνεδρία των πολιτικών αρχηγών της χώρας, η οποία τελέστηκε υπό την αιγίδα του προέδρου Στέβο Πενταρόφσκι, όταν ο αντιπολιτευόμενος Μιτσκόφσκι επετέθη εναντίον του Ζάεφ, κατηγορώντας τον ότι υπεκφεύγει να θέσει το ζήτημα που έχει εγείρει η Βουλγαρία. Επί τούτου, η Σόφια απειλεί να θέσει βέτο στην ενταξιακή διαδικασία των Σκοπίων, θέτοντας όρους που αμφισβητούν τη δήθεν «μακεδονική» γλώσσα και την «μακεδονική» ταυτότητα, κατά τρόπο μάλιστα που αποδομούν το περιεχόμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών για τα ζητήματα αυτά.

Προκειμένου να συναινέσει η Βουλγαρία στην έναρξη της ενταξιακής πορείας των Σκοπίων, έθεσε κάποιους όρους. Συγκεκριμένα ο Αντρέι Κοβάτσεφ, επικεφαλής του κυβερνώντος κόμματος GERB στην Ευρωβουλή, δήλωσε ότι «Στην περίπτωση που η μεικτή επιτροπή ιστορικών δεν επαναλάβει τις εργασίες της μέχρι τον Ιούνιο και οι αρχές των Σκοπίων συνεχίσουν να διαστρεβλώνουν την ιστορία, η Βουλγαρία δεν θα συμφωνήσει για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων». Όσον αφορά την μεικτή επιτροπή, αυτή έχει συγκροτηθεί στο πλαίσιο της Συμφωνίας Φιλίας και Καλής Γειτονίας ανάμεσα σε Βουλγαρία και Σκόπια πριν την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, που όπως είναι γνωστό οδήγησε την τελευταία στη συνταγματική μεταρρύθμιση και την αλλαγή του ονόματός της. Ο Βούλγαρος Πρόεδρος Μπορίσωφ τόνισε προς τα Σκόπια, ότι στους όρους που θέτει η Βουλγαρία περιλαμβάνεται μεν απόλυτη τήρηση της συμφωνίας των Πρεσπών και της συμφωνίας Φιλίας και Καλής Γειτονίας Σκοπίων – Βουλγαρίας, αλλά ζητούν να παύσει να αποκαλείται η γλώσσα τους «μακεδονική».

Οι Βούλγαροι απαιτούν την παύση του όρου «μακεδονική» γλώσσα για ξεκάθαρους λόγους. Αρχικά, θεωρούν τους Σκοπιανούς ως ομοεθνείς και ομόγλωσσους τους, διεκδικώντας τα Σκόπια ως θυγατρικό τους κράτος. Η Σόφια τονίζει ότι το γλωσσικό ιδίωμα που ομιλείται στα Σκόπια αποτελεί διάλεκτο της βουλγαρικής γλώσσας και ζητεί από τη γειτονικής της χώρα, να χρησιμοποιεί το όρο «επίσημη γλώσσα της Βορείου Μακεδονίας». Επιπρόσθετα, ζητούν να σταματήσει κάθε αναφορά σε ύπαρξη «μακεδονικής» μειονότητας στο έδαφος της Βουλγαρίας, αφού προς ένδειξη του γεγονότος ότι είναι ομοεθνείς τους, η Βουλγαρία χορηγεί βουλγαρικό διαβατήριο σε όποιον Σκοπιανό πολίτη το αιτηθεί, αποδεικνύοντας εθνική βουλγαρική καταγωγή. Αφού όμως η Σόφια θεωρεί Βούλγαρους τους Σκοπιανούς, γιατί δεν απαιτεί την εξ ολοκλήρου κατάργηση του όρου «Μακεδονία» από το σύνθετο όνομα των Σκοπίων, εφόσον η Μακεδονία αποτελεί ελληνική γη από την αρχαιότητα;

Οι απόψεις διίστανται στα δύο κράτη σε ό,τι αφορά τη γλώσσα των Σκοπίων, αφού οι Βούλγαροι έχουν στρατολογήσει κάθε μέσο για να αποδείξουν και να πείσουν για τη «Βουλγαρικότητα» της γλώσσας των Σκοπιανών. Δεν παρέλειψαν όμως να απαντήσουν τα Σκόπια, αφού με δηλώσεις του Σκοπιανού Υπουργού Εξωτερικών Νικόλα Δημητρώφ απορρίπτουν τους όρους της Βουλγαρίας, αναφέροντας πως «η χώρα του δεν θα δεχθεί την εισαγωγή αντιευρωπαϊκών διμερών όρων που θέτουν την εθνική της ταυτότητα στο διαπραγματευτικό πλαίσιο για την ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια». Παράλληλα, ο Ζόραν Ζάεφ προέβη σε ένα πάλαι ποτέ παραλήρημα άγνοιας ιστορίας, δηλώνοντας αυτολεξεί «Είμαστε Μακεδόνες που μιλούν μακεδονικά», αν και αναγνωρίζει ότι «είμαστε μια πολυεθνική χώρα».

Μπορεί, Σκόπια και Βουλγαρία να διαφωνούν ως προς την καταγωγή τους, παρόλα αυτά αδιαμφισβήτητη είναι η Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Η ύπαρξη και μόνο του κράτους των Σκοπίων αποτελεί παράβαση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, που αποκλείει την παρεμβολή άλλου κράτους μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας, αντιθέτως προβλέπει κοινά σύνορα και αμυντική συμμαχία ανάμεσα στις δύο χώρες. Η Συμφωνία των Πρεσπών παραβιάζει το Πρωτόκολλο των Αθηνών και την ΕλληνοΣερβική Συνθήκη Φιλίας και Αμυντικής Συμμαχίας, οι οποίες δεν καταγγέλθηκαν ή αποκηρύχθηκαν από κανένα από τα δύο κράτη. Εκτός από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Συνθήκη των Πρεσπών καταπατά και το Πρωτόκολλο των Αθηνών, που υπογράφτηκε στις 5 Μαΐου 1913 και που προηγήθηκε της Συνθήκης του Βουκουρεστίου. Στο Πρωτόκολλο αυτό, αποφασίστηκε η σύναψη της Συνθήκης Φιλίας και Αμυντικής Συμμαχίας την 1η Ιουνίου 1913, που προέβλεπε κοινά σύνορα για τα δύο κράτη (Ελλάδας και Σερβίας), χωρίς την παρεμβολή άλλου κράτους.

Το κράτος των Σκοπίων αποτελεί ένα «κράτος-μαϊμού», που ξεφύτρωσε πρόσφατα ανάμεσα σε Ελλάδα και Σερβία. Η χρήση του ονόματος της προαιώνιας Ελληνικής Μακεδονίας αποτελεί ένα άκυρο ατόπημα εκ μέρους των Σκοπίων. Η συμφωνία των Πρεσπών είναι ξεκάθαρο ότι έγινε προς υπεράσπιση των δυτικών συμφερόντων, αφού μετά την υπογραφή της, το σλαβικό κράτος εντάχθηκε στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα, με την ένταξη του στο ΝΑΤΟ και την επικείμενη του ένταξη στην ΕΕ, αν πραγματοποιηθεί.

Το πιο λυπηρό όμως είναι ότι το κράτος της Βουλγαρίας αντιδρά για τη χρήση του όρου «Μακεδονία», για τους δικούς του λόγους φυσικά, αλλά η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει να παραμένει αμέτοχη στην παραχάραξη της ιστορίας μας, επικαλούμενη δήθεν σεβασμό της Συμφωνία που υπέγραψε η καταστροφική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η ενέργεια αυτή της Βουλγαρίας να απαιτήσει την άρση των όρων «μακεδονική γλώσσα και μακεδονικό έθνος» αποτελεί ακόμα μια ευκαιρία για την Ελληνική Δημοκρατία να ακυρώσει την παράνομη συμφωνία και να απαιτήσει τον τερματισμό της χρήσης όποιου σύνθετου ή μη όρου, που παραβιάζει και παραχαράσσει ανεπανόρθωτα την ελληνική ιστορία. Αν η δήθεν πατριωτική κυβέρνηση της ΝΔ συνεχίσει να κρατά τη στάση «σεβασμού της συμφωνίας», θα αποδείξει για ακόμα μια φορά ότι ο υποτιθέμενος πατριωτισμός της είναι ανύπαρκτος και τον χρησιμοποιεί για να ξεγελάσει ψηφοθηρικά τον ελληνικό λαό.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Φατίχ ρίχνει άγκυρα νοτίως της Κρήτης

Επιμένει στη στρατηγική της έντασης η Τουρκία και κλιμακώνει την κρίση στο Αιγαίο, επιμένοντας σε επικίνδυνες προκλήσεις προς την Ελλάδα. Μετά τα τελευταία γεγονότα στον Έβρο, τις απειλές του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ότι θα ανοίξουν τα σύνορα και θα στείλουν μετανάστες στην Ελλάδα και τις προκλητικές δηλώσεις του Τούρκου Υπουργού Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, για «παρενοχλήσεις» στο Αιγαίο, η Τουρκία στέλνει το ερευνητικό σκάφος «Φατίχ», για σεισμικές έρευνες εντός Ιουλίου αυτή τη φορά νοτίως της Κρήτης, αρχίζοντας βαθμηδόν την υλοποίηση του λεγόμενου Μνημονίου Τουρκίας και Λιβύης. Η Τουρκία, στέλνοντας το ερευνητικό σκάφος, αφενός εφαρμόζει το ψευδεπίγραφο μνημόνιο με τη Λιβύη και αφετέρου προκαλεί εκ νέου την Ελλάδα.

Αυτή η νέα πειρατική επιχείρηση της Άγκυρας ανακοινώθηκε από τον υπουργό Ενέργειας της Τουρκίας, Φατίχ Ντονμέζ, σε παρέμβασή του μέσω τηλεδιάσκεψης, σε ενεργειακό συνέδριο που έγινε προ ημερών (Turkey Energy Summit). Ο Τούρκος αξιωματούχος είπε πως η τουρκική εταιρεία Πετρελαίων ΤΡΑΟ έχει υποβάλει αίτηση προς την κυβέρνηση της Τρίπολης για την έναρξη σεισμικών ερευνών, στη βάση του γνωστού λεγόμενου Μνημονίου Τουρκίας και Λιβύης. Σημειώνεται, πως μετά την υποβολή της άδειας και τις σχετικές αναφορές, που έγιναν τόσο στο συνέδριο όσο και δημοσίως, χρονικά οι έρευνες αυτές τοποθετούνται εντός Ιουλίου. Όπως έπραξε και συνεχίζει να πράττει στις περιοχές της κυπριακής ΑΟΖ, έτσι και σε αυτήν την περίπτωση, η τουρκική εταιρεία Πετρελαίων ΤΡΑΟ, θα ενεργεί εκ μέρους του καθεστώτος της Τρίπολης, αφού υποστηρίζει ότι έχει άδεια από το καθεστώς Σάρατζ, χωρίς να αναφέρει ότι το μνημόνιο δεν επικυρώθηκε από τη Βουλή της χώρας. Με λίγα λόγια, θα εφαρμόσει το παράνομο «επιτυχημένο μοντέλο», που υιοθέτησε στην κυπριακή ΑΟΖ.

Σημειώνεται, ότι είναι η δεύτερη αναφορά του Φατίχ Ντονμέζ μέσα σε λίγες μέρες, σχετικά με τις σεισμικές έρευνες στις περιοχές που περιλαμβάνει η συμφωνία της χώρας του με την κυβέρνηση Εθνικής Συνεννόησης στην Τρίπολη της Λιβύης, αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία αδειοδότησης. Είναι σαφές πως η Άγκυρα, με τις συνεχιζόμενες προκλητικές αναφορές που γίνονται από διάφορους αξιωματούχους της χώρας, παρουσιάζεται αποφασισμένη να υλοποιήσει ένα παράνομο ενεργειακό πρόγραμμα σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, ανεξαρτήτως εάν με βάση το Διεθνές Δίκαιο δεν νομιμοποιείται να το πράξει.

Σε πρόσφατες δηλώσεις του σε τουρκικό ειδησεογραφικό πρακτορείο, ο Ντονμέζ είχε υποστηρίξει πως «στην ανατολική Μεσόγειο πολλοί παίκτες προσπάθησαν να κρατήσουν την Τουρκία εκτός εξίσωσης», προσθέτοντας πως τελικά ήταν αυτοί που τέθηκαν εκτός, επικαλούμενοι την πανδημία. Άφησε δε να εννοηθεί πως δεν ήταν αυτός ο λόγος της αποχώρησης των εταιρειών από την κυπριακή ΑΟΖ, αλλά κάποιος άλλος. Σημειώνεται πως, παρά την προσωρινή αναστολή του ενεργειακού προγράμματος των εταιρειών, η Τουρκία με το γεωτρύπανο «Γιαβούζ» συνεχίζει τις παράνομες γεωτρήσεις της.

Η Άγκυρα επιμένει στην τακτική της επιθετικής ρητορικής για τα ενεργειακά στην Ανατολική Μεσόγειο, επιβεβαιώνοντας δε, για πολλοστή φορά, τον αποσταθεροποιητικό ρόλο της, καθώς και τον χαρακτηρισμό της ως τον κατεξοχήν παραβάτη του Διεθνούς Δικαίου στην περιοχή. Είναι προφανές, πως το καθεστώς Ερντογάν επιχειρεί να στείλει συστημένο μήνυμα με πολλούς αποδέκτες. Στην προκειμένη περίπτωση, στην Ελλάδα και όσους εμπλέκονται σε έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως στην κυπριακή ΑΟΖ. Η υλοποίηση του λεγόμενου μνημονίου θεωρείται, όπως συναφώς προκύπτει από τις κινήσεις της Άγκυρας, μονόδρομος για τον Ερντογάν, που επιδιώκει με την επανάληψη και την εμμονή του σε παραβατικές συμπεριφορές, να δημιουργήσει τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

Είναι γεγονός ότι οι Τούρκοι έχουν γαλουχηθεί με τη συνείδηση περί της ορθότητας και του δικαίου της τουρκικής προπαγάνδας. Η Άγκυρα ενδεχομένως να προετοιμάζει το έδαφος για νέες εντάσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία παρουσιάζεται πιο επιθετική από ποτέ. Οι έρευνες που έχει προαναγγείλει νοτίως της Κρήτης προφανώς και συνιστούν παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και μεγαλύτερη κλιμάκωση των προκλήσεων, αλλά αυτό ποσώς απασχολεί την Τουρκία. Στην μεγάλη εικόνα, θα πρέπει να τοποθετηθεί και η νέα τακτική που έχει υιοθετήσει η Τουρκία με την έκδοση NAVTEX. Η νέα αυτή τακτική επιδιώκει εμπράκτως να διεκδικήσει την επιχειρησιακή διχοτόμηση του Αιγαίου και τον απόλυτο επιχειρησιακό έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Δηλώνει ουσιαστικά ότι οι ελληνικές Αρχές είναι αναρμόδιες να εκδίδουν NAVTEX, ακόμη και για περιοχές που είναι στο μέσον του Αιγαίου, αλλά και πέριξ του Καστελόριζου.

Η Τουρκία έχει χαράξει μια μακρόπνοη στρατηγική εις βάρος της Ελλάδας, την οποία και υλοποιεί κατά τρόπο σχολαστικό. Μέσω αυτής της τακτικής, η οποία κινείται εκτός διεθνούς νομιμότητας, η Τουρκία μονίμως αμφισβητεί και εν ταυτώ διεκδικεί ό,τι περισσότερο μπορεί να αξιώσει. Μέχρι στιγμής, ό,τι εξαγγέλλεται από πλευράς της Άγκυρας υλοποιείται. Το καθεστώς Ερντογάν, θέλει να υλοποιήσει τους σχεδιασμούς του, «αγγίζοντας» ένα θερμό επεισόδιο, χωρίς να το προκαλέσει. Έτσι, συντηρώντας την ένταση, ακόμη και σε περίοδο πανδημίας, η Άγκυρα επιχειρεί να υλοποιήσει την επεκτατική της πολιτική σε ολόκληρη την περιοχή, στη βάση του οράματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η παρουσίαση χαρτών, στους οποίους αποτυπώνονται ως τετελεσμένες οι παράνομες τουρκικές αξιώσεις, εξυπηρετεί ασυζητητί την προώθηση των τουρκικών συμφερόντων. Ενδεικτική του γεγονότος αυτού, τυγχάνει η προβολή του χάρτη με τις συντεταγμένες που συνοδεύει την κατάρτιση και δημοσιοποίηση του έκνομου Συμφώνου μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης.

Το ζητούμενο σε αυτή την αναβαθμιζόμενη επιθετικότητα της κατοχικής Τουρκίας είναι το πώς θα αντιδράσει η ελληνική πλευρά. Εάν, η αντίδρασή της είναι παθητική, τότε προφανώς και θα επιβληθούν από μέρους της Τουρκίας νέα τετελεσμένα. Όσο δεν αναχαιτίζεται αποτελεσματικά η τουρκική απειλή, τόσο θα γιγαντώνεται. Η ανοχή της Ελλάδας σε πολεμικές συμπεριφορές, μετατρέπεται σε νομιμοποίηση των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας. Είναι, πλέον, προφανές ότι η Τουρκία δεν θα αναστείλει τον υβριδικό πόλεμο που έχει κηρύξει στην Ελλάδα. Η φαινομενική παθητικότητα της Ελλάδας, την οποία αξιοποιεί στο έπακρο η Άγκυρα, δημιουργεί τετελεσμένα εις βάρος μας. Η τουρκική απειλή δεν είναι αναντίρρητη πραγματικότητα, διότι εξαρτάται από την ελληνική ισχύ. Η Τουρκία θα αποτελεί απειλή, όσον η Ελλάδα δεν την αποτρέπει.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Η Άλωση της Βασιλεύουσας – 29η Μαΐου 1453 μ.Χ.

Πεντακόσια εξήντα επτά χρόνια πέρασαν από την αποφράδα εκείνη ημέρα, που φρικιαστικότερη κραυγή δεν ακούστηκε σε πόλη ανθρώπου. Η 29η Μαΐου 1453 μ.Χ, είναι η μέρα που καθόρισε το τέλος του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, που κράτησε για χίλια διακόσια χρόνια και ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Η Βασιλεύουσα, η Πόλη των Αγίων και των Αυτοκρατόρων, πέρασε υπό την κατοχή των Οθωμανών. Αυτή η μέρα, αποτελεί ημέρα πένθους αλλά και μνήμης για τον απανταχού Ελληνισμό. Εν τούτοις, η αμάθεια και η λησμονιά έχει σκεπάσει την ελληνική μνήμη.

Το πρώτο πλήγμα για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν η πρώτη άλωση της Πόλης, το 1204 μ.Χ, από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας των δυτικών δυνάμεων. Η Αυτοκρατορία βρέθηκε εξαντλημένη οικονομικά, διχασμένη θρησκευτικά σε ενωτικούς και ανθενωτικούς και εδαφικά περιορισμένη. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, βρέθηκε σωτήρας της Βασιλεύουσας και αντάξιος των προγόνων του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’, επικεφαλής του οθωμανικού στρατού, του έκανε πρόταση να παραδώσει την Πόλη, έδωσε σθεναρή απάντηση: «Το την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμού, ούτε των αυτήνοικούντων. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Η πολιορκία άρχισε στις 7 Απριλίου και τελείωσε στις 29 Μαΐου 1453, όταν και εισέβαλαν στην Πόλη οι εχθροί. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος πολέμησε για μην παραδώσει την τιμή της Βασιλεύουσας, γιατί οι Βυζαντινοί ποτέ δεν παρέδιδαν τα όπλα αμαχητί. Έτσι και τότε παρέμεινε άγρυπνος φρουρός.

Σκοτώθηκε στην Πύλη του Ρωμανού, αλλά στην ψυχή του λαού παρέμεινε αθάνατος, σύμβολο και ακούραστος πολεμιστής. Το γένος μας δεν δέχθηκε τον ζυγό της δουλείας, δεν συμβιβάστηκε πότε με τον κατακτητή και δεν συνθηκολόγησε. Σε κάθε ευκαιρία με όλα τα μέσα που διέθετε και με όλη του την ψυχή, έπαιρνε τα όπλα για να ανακτήσει την ελευθερία του και την τιμή του.

Σήμερα θυμόμαστε την άλωση, διαβάζουμε τους θρήνους και τους θρύλους, συγκινούμαστε και διδασκόμαστε, διότι αυτή είναι η αξία της ιστορικής μνήμης. Επί δεκαετίες τώρα επιχειρείται η διάβρωση της ταυτότητάς και της ιστορίας του γένους μας, όμως πρέπει να θυμόμαστε, «Η Ιστορία εκδικείται αυτούς που την αγνοούν». Πρέπει να θυμόμαστε γιατί μέσα από αυτή την τραγική φάση της ένδοξης ιστορίας μας, διαφαίνεται η Ελληνική διάρκεια.

Μέσα από το πέρασμα των χρόνων, οι αξίες του Ελληνισμού παραμένουν ακλόνητες και αγωνιζόμαστε για την πίστη, την πατρίδα και την οικογένεια. Αυτό μας διδάσκει μέσα από την ομιλία του και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στις 28 Μαΐου πριν από την τελική επίθεση των Οθωμανών. Πρέπει να θυμόμαστε, γιατί τα γεγονότα γύρω από την Άλωση μας δείχνουν την πολύτιμη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στην επιβίωση του γένους μας.

Η Άλωση της Βασιλεύουσας, μας διδάσκει πως έχει σημασία η ωραιότητα του Αγώνα για εθνική επιβίωση. Μέσα από τις συμφορές, βρίσκουμε την αυτοσυνειδησία μας. Σήμερα, περνάμε χαλεπούς καιρούς από πλευράς εθνικής συνείδησης, η πατρίδα μας κινδυνεύει και η εθνική μας αξιοπρέπεια βρίσκεται στο ναδίρ. Επομένως, είναι σημαντικό για εμάς να ενθυμούμαστε ότι ο δρόμος για εθνική παλιγγενεσία θα είναι δύσβατος και κακοτράχαλος. Όμως θα σταθούμε, όπως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αντάξιοι των προγόνων μας και θα διατηρήσουμε την ελληνική μας ταυτότητα ακέραια.

«Η πόλις εάλω! Αλλοίμονον, όμως, αν την αφήσωμεν να αλωθεί εντός μας».

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ. Θεσσαλονίκης

 

Απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο η Συρία

Την αντίθεση της Συρίας για το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξέφρασε ο Σύρος μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, Μπασάρ Τζααφάρι, με επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Η εν λόγω επιστολή απεστάλη στις 29 Απριλίου και αναφέρεται μεταξύ άλλων σε παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από πλευράς της Τουρκίας, η οποία προσπαθεί να «εδραιώσει την παράνομη κατοχή στα εδάφη άλλων χωρών», όπως σημειώνεται, ενώ υποδηλώνει και τη στήριξη της συριακής κυβέρνησης προς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μητροπολιτικής Ελλάδας και της Κύπρου.

Επιπλέον, σύμφωνα με την επιστολή, φαίνεται ότι η συγκεκριμένη στρατηγική που ακολουθείται από την Τουρκία, θα επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα σε διάλογο που ενδέχεται να υπάρξει μελλοντικά, σχετικά με την οριοθέτηση κοινών θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Συρίας. Σημαντικό, επίσης, είναι το γεγονός ότι μέσω της παρέμβασής του, ο Σύρος αντιπρόσωπος ζητά από τον Γ.Γ του Ο.Η.Ε να μην αποδεχθεί να καταχωρηθεί το περιεχόμενο του μνημονίου στην αρμόδια Διεύθυνση του Ο.Η.Ε «για χάρη της διασφάλισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των χωρών της περιοχής».

Συγκεκριμένα, στην επιστολή του επισημαίνει εκ μέρους της συριακής κυβέρνησης τα εξής:

«1. Σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, οποιαδήποτε οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων δεν θα πρέπει να επηρεάζει τρίτα μέρη που δεν έχουν συμφωνήσει για προσωρινές διευθετήσεις στην παρούσα συμφωνία, και αυτή η οριοθέτηση ενδέχεται να μην είναι μονομερής. Το Κράτος που θέλει να οριοθετήσει, υποχρεούται υπό αυτή την έννοια, τη στιγμή που οριοθετεί τα θαλάσσια σύνορά του, να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις απόψεις των άλλων παράκτιων κρατών με αντίθετες ή παρακείμενες ακτές κατά τρόπο που να σέβεται την κυριαρχία των κρατών και σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, με τρόπο που διασφαλίζει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην ανατολική Μεσόγειο και αποτρέπει την εμφάνιση συγκρούσεων μεταξύ των χωρών της.

  1. Το διεθνές εθιμικό δίκαιο και νομολογία έχουν αποφανθεί για το απαράδεκτο των συμφωνιών για τον καθορισμό των συνόρων σε περιόδους πολέμου και εσωτερικών ένοπλων συγκρούσεων, με τρόπο που οδηγεί στην εκμετάλλευση των εξαιρετικών εσωτερικών συνθηκών μιας χώρας που βιώνει πόλεμο ή ένοπλη σύγκρουση.
  2. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το λεγόμενο Μνημόνιο Κατανόησης που υπεγράφη μεταξύ της τουρκικής πλευράς και της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης δεν πρέπει να καταχωρηθεί βάσει του άρθρου 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή να δημοσιευτεί από το Τμήμα Ωκεάνιων Υποθέσεων και του Δικαίου της Θάλασσας με οποιονδήποτε τρόπο, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα πολιτικά όργανα και κόμματα της Λιβύης, με επικεφαλής το κοινοβούλιο, απέρριψαν το μνημόνιο και αρνήθηκαν να το επικυρώσουν.
  3. Στον Γενικό Γραμματέα εστάλη επιστολή από τον Πρόεδρο του κοινοβουλίου της Λιβύης, η οποία περιλάμβανε την απόρριψη αυτού του Μνημονίου Κατανόησης, ως άκυρου έγγραφου. Το άρθρο 8 παράγραφος 2(f) της Λιβυκής Πολιτικής Συμφωνίας του 2015, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας με το ψήφισμα 2259 (2015), προβλέπει ότι απαιτείται η έγκριση τέτοιων συμφωνιών από το κοινοβούλιο της Λιβύης.
  4. Το παρόν Μνημόνιο παραβιάζει τις αρχές και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων, επειδή δεν υπάρχουν αλληλεπικαλυπτόμενες θαλάσσιες περιοχές ή κοινά σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει νομική βάση για την υπογραφή ενός τέτοιου «μνημονίου συμφωνίας» μεταξύ αυτών των δύο μερών. Αντίθετα, τα πολιτικά γεγονότα και οι νομικές αρχές αποδεικνύουν ότι η υπογραφή αυτού του μνημονίου συνεννόησης είναι απλώς μια προκλητική πολιτική δράση που θα κάνει την περιοχή της Μεσογείου ένα πεδίο σύγκρουσης και έντασης και μπορεί να προκαλούν περιορισμένες ή εκτεταμένες συγκρούσεις.
  5. Περιττό να πούμε ότι το προαναφερθέν μνημόνιο συνεννόησης αντιπροσωπεύει μια κατάφωρη επίθεση στα κυρίαρχα οικονομικά δικαιώματα της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου και επηρεάζει αρνητικά την αποκλειστική οικονομική ζώνη μεταξύ αυτών των κρατών.
  6. Επιπλέον, τα όρια της υποτιθέμενης «υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης», όπως ορίζονται στο παρόν μνημόνιο, είναι πλασματικά, παράνομα, αυθαίρετα και προκλητικά, θέτοντας έτσι σοβαρά σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα και κινδυνεύουν να καταστεί η Μεσόγειος ζώνη σύγκρουσης.
  7. Η κυβέρνηση της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας εκφράζει την έντονη αντίθεσή της σε αυτό το παράνομο μνημόνιο συνεννόησης και το απορρίπτει ως άκυρο που δεν επηρεάζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Επιπλέον, ένα τέτοιο μνημόνιο σίγουρα θα προκαλέσει νομικά, πολιτικά και πρακτικά προβλήματα στο μέλλον σε περίπτωση συμφωνίας για τον καθορισμό των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Συρίας και Τουρκίας. Με απλά λόγια, η τουρκική πλευρά επιδιώκει, μέσω ενός τέτοιου μνημονίου, να νομιμοποιήσει και να εδραιώσει το status quo της παράνομης κατοχής της στα εδάφη άλλων χωρών, εκτός από την προσπάθεια υφαρπαγής των δικαιωμάτων άλλων στην αποκλειστική οικονομική ζώνη.»

Μέσω αυτής της επιστολής, η συριακή κυβέρνηση τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Μητροπολιτικής Ελλάδας και της Κύπρου στα ελληνικά χωρικά ύδατα και στην κυπριακή ΑΟΖ αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, καταδικάζει την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας από πλευράς της Τουρκίας εις βάρος των κρατών αυτών, καθώς και της Αιγύπτου.

Επίσης, εκτός από τις αναφορές του Σύρου αντιπροσώπου στις συνθήκες που καθορίζουν το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι σημαντική η αναφορά στην απόρριψη του παράνομου μνημονίου από το κοινοβούλιο της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, καθώς βάσει της συμφωνίας που σημειώνεται στην επιστολή, απαιτείται η έγκριση τέτοιων συμφωνιών από το εν λόγω κοινοβούλιο. Αποτελεί, δηλαδή, ένα ακόμα νομικό επιχείρημα, προκειμένου να αποτραπεί η καταχώρηση του τουρκικού εγγράφου στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Σχετικά με τη Λιβύη, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, η Τουρκία φαίνεται να ενισχύει τις δυνάμεις της στην περιοχή και να συσφίγγει τις σχέσεις της με την λιβυκή κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που πραγματοποιείται μαζική αποχώρηση Ρώσων μισθοφόρων, που πολεμούσαν στο πλευρό του Στρατάρχη Χαφτάρ. Οι λόγοι απόσυρσης των Ρώσων δεν είναι ακόμα σαφείς, ωστόσο το γεγονός αυτό θα ευνοήσει την τουρκική πλευρά. Αν και εφόσον αποδυναμωθούν οι δυνάμεις του Χαφτάρ, η Τουρκία θα προσπαθήσει να επιβάλει την κυριαρχία της στο λιβυκό έδαφος.

Ακολούθως, με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο να βρίσκεται στο προσκήνιο, θα εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία για τον Τούρκο Πρόεδρο, προκειμένου να προχωρήσει τα σχέδιά του, όποια κι αν είναι αυτά, σχετικά με την αποτροπή της κατασκευής του αγωγού EastMed. Άλλωστε, αυτός ήταν ο λόγος που η τουρκική πλευρά ανακοίνωσε εξ αρχής την οριοθέτηση κοινών θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Η επόμενη κίνηση του Ερντογάν, ενδεχομένως να αφορά την ανακοίνωση της κατασκευής ενός αγωγού στην περιοχή που ορίζεται στο παράνομο μνημόνιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, και εφόσον καθυστερήσει για τον οποιονδήποτε λόγο η υλοποίηση του αγωγού EastMed, η δική μας πλευρά θα βρεθεί σε ακόμα πιο δυσχερή θέση. Η επιστολή του Σύρου αντιπροσώπου μπορεί να ενισχύσει την ελληνική διαπραγματευτική θέση, εφόσον αυτή εκμεταλλευτεί ορθά το ζήτημα. Ωστόσο, σε μια περίοδο που οι εξελίξεις τρέχουν υπέρ της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής, επιβάλλεται να ληφθούν ΑΜΕΣΑ επιπλέον δραστικά μέτρα, όπως είναι η μονομερής ανακήρυξη της ΑΟΖ του Ελλαδικού μας κράτους, με τρόπο που αυτή να ενοποιείται με την αντίστοιχη ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που αποτελεί δικαίωμα του ελλαδικού κράτους, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Έτσι, η Τουρκία θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση, καθώς το παράνομο μνημόνιο δεν θα έχει πλέον ούτε πολιτική ισχύ. Επίσης, σε αυτή την περίοδο, είναι σημαντικό να συσφιχθούν οι σχέσεις με την κυβέρνηση της Συρίας που είναι πασιφανές ότι υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Ελληνισμού. Θα ήταν θετικό να διερευνηθεί κατά πόσον είναι δυνατή η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ της Κύπρου και της Συρίας. Οι συγκεκριμένες ενέργειες είναι δυνατόν να ανατρέψουν τα τετελεσμένα που προσπαθεί να επιβάλει η Τουρκία εις βάρος του Ελληνισμού και να συμβάλουν στο να θερμανθούν οι σχέσεις με κράτη της περιοχής, ούτως ώστε να αλλάξουν οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

«στη γλώσσα που πρωτομίλησα»

«στη γλώσσα που πρωτομίλησα»

Τις κατά τόπους μορφές της Νέας Ελληνικής γλώσσας τις ονομάζουμε κοινώς διαλέκτους. Στη γλωσσική, όμως, επιστήμη γίνεται διαχωρισμός σε δύο κατηγορίες: τη διάλεκτο και το ιδίωμα. Με απλά λόγια, διάλεκτος ονομάζεται η τοπική γλωσσική παραλλαγή της οποίας οι διαφορές από την Κοινή Νεοελληνική είναι μεγάλες και δυσκολεύουν έναν ομόγλωσσο που δεν είναι ντόπιος, να κατανοήσει πλήρως το νόημα του λόγου. Ιδίωμα ονομάζεται η τοπολαλιά με αισθητές διαφορές από την Κοινή, που όμως, δεν δυσκολεύουν στην κατανόηση του νοήματος.

Σήμερα, διάλεκτοι θεωρούνται: η Ποντιακή, η Καππαδοκική, η Τσακωνική και η Κατωιταλική. Όλες οι άλλες διαφοροποιήσεις της Κοινής Νεοελληνικής ονομάζονται ιδιώματα. Βέβαια, το κρητικό και κυπριακό ιδίωμα ονομάζονται, κατά παραχώρηση, διάλεκτοι, αναγνωρίζοντας έτσι, μια ενδιάμεση βαθμίδα γλωσσικής διαφοροποίησής. Την  εποχή της Αναγέννησης και της Φραγκοκρατίας, η ενδιάμεση αυτή βαθμίδα μας έδωσε και γραπτά μνημεία, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ιδιώματα, τα οποία μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά μόνο προφορικά.

Ως απάντηση σε αυτούς που θεωρούν τον διαλεκτικό λόγο στρέβλωση της ελληνικής γλώσσας απαντούν ορισμένοι ειδικοί, παρομοιάζοντας τις διαλέκτους με «μικρά ποταμάκια που τροφοδοτούν και ενισχύουν το μεγάλο ποτάμι, που είναι η μητρική μας γλώσσα. Αν οι παραπόταμοι στερέψουν, θα φτωχύνει μαζί τους και το μεγάλο ποτάμι». Αποτελούν ίσως το σημαντικότερο στοιχείο του λαϊκού μας πολιτισμού, ένα ζωτικής σημασίας κληροδότημα που οφείλουμε, αφού το αγαπήσουμε, να το διατηρήσουμε και να το μεταδώσουμε, μετατρέποντάς το σε συνειδητή κληρονομιά.

 

«Που ρίζας τζαι που θεμελιού

τα γρόνια της λαλιάς μας

τα μέτρησα τζ’ εν ακριβώς

όσα εν τα μαλλιά μας.

 

Εμμε το φως συνότζαιρα

προ του Χριστού τα χρόνια.

Εν σαν σιταροβούναρα

στης Μεσαρκάς τ’ Αλώνια»

 

Η αρχαία διάλεκτος της Κύπρου, λόγω της απομόνωσής του νησιού από τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο, παρέμεινε άθικτη στην αρχαϊκή της μορφή μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους (300 π.Χ.-550 μ.Χ.). Είναι, ουσιαστικά, η αρχαιότερη ελληνική διάλεκτος με αρκετούς ιστορικούς να τη θεωρούν, σήμερα, ως τη μοναδική πραγματικά ζωντανή ελληνική διάλεκτο. Ανήκει στη λεγόμενη νησιωτική ζώνη του «ίντα» (μαζί με την Κρήτη, τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα), επειδή χρησιμοποιεί την αντωνυμία «ίντα» (< τι ένι τα) αντί της αντωνυμίας «τι» στην εισαγωγή ερωτηματικών προτάσεων. Ακούγοντας τη διάλεκτο αυτή, προσέχουμε αμέσως την προφορά των διπλών συμφώνων της αρχαίας ελληνικής (άλ-λος, αλ-λάσ-σω – σήμ-μερα, ποτ-τέ, κρεμ-μός, πίν-νω), κάτι που δεν συμβαίνει σε καμία άλλη διάλεκτο. Κατάλοιπα της αρχαίας ελληνικής είναι και οι ρηματικές καταλήξεις: -μεθαν, -ομεν, -ουσιν και –ασιν (κλώθουσιν, φεύκουσιν, εχαθήκασιν). Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν λέξεις όπως ο «βόρτακος», την οποία χρησιμοποιούσαν οι Αχαιοί από τον 12 αι. π.Χ. και την χρησιμοποιούμε απαράλλαχτη μέχρι σήμερα.

Βέβαια, δεν μιλάνε σε όλο το νησί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Συνολικά, συναντάμε 18 ιδιώματα της κυπριακής διαλέκτου με επικρατέστερα αυτά της Πάφου (βαρετή, ελλειπτική προφορά), της Μόρφου (υπερβολικό κράτημα της φωνής), της Λεμεσού, των Κοκκινοχωρίων, το ορεινό (πολύ γρήγορη ομιλία) και της Λευκωσίας.

«Η γλώσσα μας είναι επίσης και ιστορία μας»

Μελετώντας τον πλούτο της κυπριακής διαλέκτου, μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει και κομμάτια της ιστορίας του νησιού. Κάθε λαός που πέρασε από το νησί άφησε πίσω του γλωσσικά κατάλοιπα, τα οποία δημιούργησαν ένα κράμα μνήμης, ιστορίας και πολιτισμών. Αναλύοντας τη γλώσσα λοιπόν, ξεδιπλώνεται και το νήμα της ιστορίας ενός τόπου. Συναντούμε λέξεις των Αχαιών και των Αρκάδων, όπως «βόρτακος, βαβάτσινός». Λέξεις της Κλασσικής εποχής, όπως «βουρώ, πιντώννω», που αποτελούν και τον κορμό της κυπριακής διαλέκτου. Πώς να μην νιώσει κανείς συγκίνηση χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις με τις οποίες έγραψε ο Όμηρος τα έπη του; Από την Αττική διάλεκτο έχουμε λέξεις όπως «δείλης, λαώννω, πελλός». Και πώς να μην νιώσει κανείς δέος χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις με τις οποίες έγραφαν οι Απόστολοι; Την περίοδο της Φραγκοκρατίας, που ξεκινά το 1192, εντάσσονται αρκετές λέξεις από την αρχαία Γαλλική, όπως «σιμιντίριν, φλαούνα, ζαλατίνα, ζάμπα», αλλά και ελάχιστες αραβικές όπως «παττίχα, κούλου-μάκκα». Τα αμέσως επόμενα χρόνια, το νησί κατακτούν η Ενετοί, μέχρι το 1570. Φεύγοντας όμως, άφησαν πίσω τους λέξεις όπως «πότσα, μάτσα, φόκος, κλάππα». Τις δύο αυτές περιόδους, έχουμε ουσιαστικά την μεσαιωνική κυπριακή διάλεκτο. Η νεότερη φάση της διαλέκτου, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα, ξεκινά το 1571 με την Τουρκοκρατία και λέξεις όπως «ατζαμής, σαματτάς». Εμφανή είναι και τα απομεινάρια της Αγγλοκρατίας κάθε φόρα που χρησιμοποιούμε τις λέξεις «κανσελλάρω, σουττάρω, παρκάρω, φλερτάρω, ρισκάρω». Κατά την περίοδο αυτή, στην προσπάθεια τους οι Άγγλοι να αφελληνίσουν το νησί, πολέμησαν την κυπριακή διάλεκτο αφού γνώριζαν ξεκάθαρα ότι είναι διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας. Ο Άγγλος Αρμοστής Sir Robert Biddulph είχε εισηγηθεί, ανεπιτυχώς, την αντικατάσταση της γλώσσας διδασκαλίας στα σχολεία, από ελληνική σε αγγλική. Προσπάθησαν με προπαγάνδα να πείσουν τους κατοίκους του νησιού ότι η διάλεκτός τους δεν είναι Ελληνική και ότι ούτε οι Κύπριοι είναι Έλληνες. Οι Κύπριοι, όμως, δεν έμειναν με τα χέρια σταυρωμένα. Βλέπουμε ποιητικές συνθέσεις, οι οποίες αναπτερώνουν το ηθικό των Κυπρίων, όπως αυτή του Βασίλη Μιχαηλίδη «Η Κύπρος (Προς τους λέγοντας ότι δεν είναι Εληνική)» αλλά και το «Καρτερούμεν μέρα νύχτα» του Δημήτρη Λιπέρτη. Μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, και τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμού, αρκετά από τα τοπικά ιδιώματα που είχαν προηγουμένως αναπτυχθεί, υποχώρησαν μπροστά στην νεοελληνική κοινή. Η διάλεκτός μας, παρόλες τις επιρροές από τόσους πολλούς πολιτισμούς σε βάθος τόσων αιώνων δεν αλλοιώθηκε. Δεν έχασε ποτέ τις ελληνικές της ρίζες. Παρά μόνο εμπλουτίστηκε και απέκτησε τη σημερινή της μορφή καθιστώντας την μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ελληνικές διαλέκτους και χάρη στη μουσικότητά της, μία από τις πιο εύηχες.

«μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά»

Το νησί, γέννησε πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες όπως τον Βασίλη Μιχαηλίδη (1849-1917) και τον Δημήτρη Λιπέρτη (1866-1937), αλλά και νεότερους όπως τον Παύλο Λιασίδη (1901-1985), οι οποίοι χρησιμοποίησαν την κυπριακή διάλεκτο για την παραγωγή του έργου τους. Βέβαια, όσον αφορά την λογοτεχνική παραγωγή του νησιού, υπάρχουν αρκετοί ποιητές άλλα και πεζογράφοι που εκφράζονται στην Κυπριακή ακόμη και σήμερα, όπως επίσης κυπριακά παραδοσιακά και δημοτικά τραγούδια, σκετς, θεατρικές και τηλεοπτικές σειρές. Εξαιρετικά είναι επίσης και τα κυπριώτικα ερωτικά σονέτα του 15ου αιώνα. Ακόμη και αυτά τα κατεξοχήν «κυπριακά» έργα όμως, αποτελούν παραλλαγές τύπων που συναντάμε στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ακόμα και αν πολλές φορές η κυπριακή εκδοχή ανήκει κατά γενική ομολογία στις πιο αξιόλογες που κυκλοφορούν. Εξαιτίας της απομόνωσης του νησιού, οι Κύπριοι λογοτέχνες έμεναν, δυστυχώς, λογοτέχνες της περιφέρειας, χωρίς να επηρεάζουν την εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν δημιούργησαν δηλαδή κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα και μόνο ορισμένες εξαιρέσεις κατάφεραν να συγκινήσουν τον εθνικό κορμό. Αυτό, αποδόθηκε από ορισμένους στο γεγονός ότι έγραφαν στη κυπριακή διάλεκτο. Ο Κωστής Παλαμάς, προλογίζοντας τον δεύτερο τόμο των «Τζυπριώτικων Τραουθκιών» του Λιπέρτη, παρατηρεί ότι ο ποιητής αγνοεί την εξέλιξη της ελληνικής ποίησης της εποχής του. Ο Κώστας Μόντης υπήρξε από τους σημαντικότερους σύγχρονους Κύπριους ποιητές, ο οποίος μάλιστα προτάθηκε και για το βραβείο Νόμπελ. Έγραψε τόσο στην κοινή νεοελληνική όσο και στην κυπριακή διάλεκτο, «στην γλώσσα που πρωτομίλησε». Το 1972 μετέφρασε την Λυσιστράτη του Αριστοφάνη στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα. Ορισμένα από τα ιδιωματικά του ποιήματα μελοποιήθηκαν και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία.

«την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική» και την διάλεκτο κυπριακή

Σύμφωνα με τον κ. Μπαμπινιώτη «οι άνθρωποι εδώ στην Κύπρο διαθέτουν δύο προνόμια. Μια κοινή γλώσσα καλλιεργημένη, που είναι η ελληνική και μια διάλεκτο της ελληνικής που είναι πλούσια, την κυπριακή. Δεν βρίσκονται αυτές οι δύο μορφές της ελληνικής σε αντιπαράθεση, αλλά έχουν μια συμπληρωματική σχέση μεταξύ τους». Θα ήταν λάθος λοιπόν, ο δάσκαλος ή ο γονέας, να διορθώσει το παιδί όταν αυτό χρησιμοποιεί λέξεις της κυπριακής διαλέκτου. Είναι πραγματικά κρίμα, το γεγονός ότι πλέον η Κυπριακή διάλεκτος δεν χρησιμοποιείται σε τέτοιο βαθμό όπως παλαιότερα, κυρίως λόγω της απομάκρυνσης των ανθρώπων από τα χωριά και του συνωστισμού τους στις πόλεις. Είναι χρέος μας να διασφαλίσουμε πως η κληρονομία της διαλέκτου μας δε θα χαθεί. Γιατί αν χαθεί, χάνεται μαζί της και ένα τεράστιο κομμάτι του πολιτισμού που αυτή εκπροσωπεί. Γιατί αν χαθεί, χάνεται μαζί της και η ιστορίας μας, η ταυτότητά μας.

«Σε τι βαθιούς κόρφους, σε τι βυθούς         

έκρυψες τη γλώσσα σου                                                                                 

να μη σού την αγγίξουν τρεις χιλιάδες χρόνια,

σε τι βαθιούς κόρφους, σε τι βυθούς

έκρυψες τα Ελληνικά σου

να μη σου τ’ αγγίξουν τρεις χιλιάδες χρόνια;»

 

Γραφείο Τύπου

Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Επαναλειτουργία Οδοφραγμάτων

Για άνοιγμα των οδοφραγμάτων εμμένουν ψευδοκυβέρνηση και Κυπριακή Δημοκρατία, με το πέρας της πανδημίας και της αποκλιμάκωσης των μέτρων. Ο ψευδοπρωθυπουργός Ερσίν Τατάρ, δηλώνει πως είναι έτοιμοι για συνεργασία με την ελληνοκυπριακή πλευρά και επαναλειτουργία των οδοφραγμάτων, δίνοντας εντολή στον λεγόμενο «υπουργό υγείας», Αλί Πιλλί, να αναπτύξει μια πρωτοβουλία για συνάντηση με τον Υπουργό Υγείας, Κωνσταντίνο Ιωάννου, για να συζητήσουν το θέμα του ανοίγματος των οδοφραγμάτων, για διελεύσεις «εργαζομένων, μαθητών και ασθενών» από τα κατεχόμενα προς τις ελεύθερες περιοχές.

Ωστόσο, ο εγκάθετος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί ακύρωσε τον Τατάρ, λέγοντάς του ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, όσο το κυπριακό παραμένει άλυτο, προσθέτοντας ότι η όποια συνεννόηση πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της Δικοινοτικής Επιτροπής για την Υγεία και ανάμεσα στους δύο ηγέτες, οι οποίοι όπως σημείωσε ο Ακιντζί, συμφώνησαν ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν από κοινού και όχι μονομερώς.

Μεταξύ των πιο πάνω, δεν έλειψε να αναφερθεί και στο όραμα που έχει για τη λύση του Κυπριακού, αναφέροντας «Μακάρι να μπορούσαμε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο σε αυτή τη χώρα. Στο πλαίσιο μιας μελλοντικής λύσης, θα υπάρχουν τα ιδρυτικά κράτη των δύο πλευρών και η κάθε πλευρά θα είναι υπεύθυνη για το θέμα της υγείας της». Με λίγα λόγια, δηλώνει ως όραμά του την ύπαρξη δυο κρατών στο νησί, απαιτώντας επί της ουσίας αναγνώριση του παράνομου κράτους. Ο κατοχικός ηγέτης κάνει ξεκάθαρες αναφορές σε καθεστώς συνομοσπονδίας στην Κύπρο, όπως προνοείται με το μοντέλο λύσης της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Έτσι, καταλήγουμε στις τελευταίες δηλώσεις της κυπριακής πλευράς, που σύμφωνα με το Γραφείο του Επιτρόπου Προεδρίας, Φώτη Φωτίου, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων αναμένεται στις 8 Ιουνίου, όπως αποφασίστηκε ύστερα από σχετική επικοινωνία μεταξύ του ψευδοηγέτη των τ/κ και του Πρόεδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επικοινωνία έγινε με πρωτοβουλία του ίδιου του Προέδρου, Νίκου Αναστασιάδη.

Άλλωστε, επανειλημμένα ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δήλωσε ότι το κλείσιμο των οδοφραγμάτων δεν έγινε για πολιτικούς λόγους, αλλά ως ένα ακόμα μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας. Όπως ανέφερε παλαιότερα ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, κ. Κούσιος, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση όχι μόνο επιθυμούν την ομαλή λειτουργία όλων των σημείων εισόδου στη γραμμή αντιπαράταξης αλλά επιθυμούν και τη διάνοιξη νέων σημείων διέλευσης». Από την άλλη, η ψευδοκυβέρνηση, που ειρήσθω εν παρόδω έκλεισε τα υπόλοιπα οδοφράγματα ως αντίποινα για την κίνηση της ΚΔ και έστειλε επιστολές εις βάρος της, δηλώνοντας και τις τουρκικές επιδιώξεις, τώρα απαιτεί διάνοιξη των οδοφραγμάτων πάση θυσία. Σαφώς, ο λόγος είναι η οικονομική δυσχέρεια που επικρατεί στην κατοχική πλευρά τη δεδομένη στιγμή λόγω και της πανδημίας του κορωνοϊού και το σωσίβιο σωτηρίας τους, αποτελούν φυσικά οι διελεύσεις των Ελλήνων Κυπρίων για εξασφάλιση φτηνών προϊόντων.

Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, δεν πρέπει να τίθεται θέμα για διάνοιξη των οδοφραγμάτων από την Κυπριακή Κυβέρνηση και καμία συζήτηση με τον εγκάθετο ηγέτη δεν πρέπει να λαμβάνει χώρα, περί Κυπριακού ή άλλων θεμάτων. Είναι γεγονός, πως το ψευδοκράτος και κατ’ επέκταση η Τουρκία ακολουθούν ένα πολύ καλό σχεδιασμό, ώστε να εξασφαλίσουν πολιτικά οφέλη, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη πανδημίες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να προκύψει. Στο πλαίσιο των πανούργων σχεδίων της Άγκυρας, πραγματοποιήθηκε απαγόρευση σε αεροσκάφος να περάσει από τον τουρκικό εναέριο χώρο, αφού μετέφερε ιατρική βοήθεια από την Κίνα προς την Κύπρο. Από την άλλη, η κυπριακή πλευρά βαδίζει στα τυφλά χωρίς κάποιο σχέδιο, εκπληρώνοντας κατ’ επανάληψη τις επιθυμίες της ψευδοκυβέρνησης, παίζοντας το βάρβαρο παιχνίδι της Τουρκίας.

Το θέμα των οδοφραγμάτων όπως και το Κυπριακό ζήτημα, δεν είναι δικοινοτικό, ώστε να γίνεται συνεννόηση με το κατοχικό καθεστώς. Αντιθέτως, αφορά ολοκληρωτικά την Κυπριακή Δημοκρατία και την Τουρκία που εισέβαλε παράνομα σε αυτήν. Επομένως, η ΚΔ δεν πρέπει να γίνεται έρμαιο στις επιθυμίες του ψευδοκράτους. Περί αυτού, πρέπει να εγκαταλείψει αφενός την εμμονή της για διάνοιξη των οδοφραγμάτων και αφετέρου τις πολιτικές έμμεσης αναγνώρισης του παράνομου εκτρώματος της Τουρκίας. Κανένα θέμα δεν πρέπει να τίθεται υπό την επίβλεψη δικοινοτικής επιτροπής, όπως επίσης δεν πρέπει να πραγματοποιούνται κανενός τύπου συζητήσεις με την ψευδοκυβέρνηση, καθώς έτσι υποβαθμίζεται η υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Γραφείο Τύπου

Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης