Να μας λείπει η Βρετανική εμπλοκή

Σταθεροί στην διχοτομική πολιτική τους παραμένουν οι Βρετανοί όσον αφορά το Κυπριακό και αυτό δεν παραλείπουν να μας το θυμίζουν, σε κάθε ευκαιρία που τους δίνεται. Ο λόγος αυτή τη φορά για την Βρετανίδα Υφυπουργό Εξωτερικών, η οποία είναι αρμόδια για την Ευρωπαϊκή Γειτονία, Γουέντι Μόρτον, που σε επιστολή της προς τον Πρόεδρο της Εθνικής Κυπριακής Ομοσπονδίας ΗΒ, Χρίστο Καραολή, εξέφρασε την «ισχυρή υποστήριξη» του Ηνωμένου Βασιλείου σε μία «συνολική, δίκαιη και διαρκή λύση του Κυπριακού ζητήματος».

Η επιστολή της κ. Μόρτον απεστάλη επί τη ευκαιρία της επιστολής που απέστειλε ο Χρίστος Καραολής προς τον Βρετανό Πρωθυπουργό, Μπόρις Τζόνσον, με αφορμή την μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και τον καλούσε να αξιοποιήσει με τρόπο «προληπτικό και εποικοδομητικό» τη «δύναμη» που διαθέτει για να επιφέρει αλλαγή στο Κυπριακό. Όπως φαίνεται, δεν ήταν αρκετή η μέχρι τώρα εχθρική για την Κύπρο, εμπλοκή της Αγγλίας στο Κυπριακό, δεν μας αρκούσαν οι στρατιωτικές βάσεις της στον τόπο μας, και ο κ. Καραολής επιθυμεί την περεταίρω «υποστήριξή» της. Όπως φαίνεται, η αυτοκαταστροφή και η αγκίστρωσή μας από τους ξένους (αποικιοκράτες στην προκειμένη), καλά κρατεί στα νεοκυπριακά μυαλά.

Η Υφυπουργός τονίζει στην επιστολή της ότι κατά την βρετανική κυβέρνηση, η λύση του Κυπριακού πρέπει να βασίζεται «στο διεθνώς αποδεκτό μοντέλο μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας», σημειώνοντας ότι το Λονδίνο «ενθαρρύνει όλες τις πλευρές να εμπλακούν εποικοδομητικά και να επιδείξουν ότι είναι δεσμευμένοι στην επίτευξη προόδου προς μία λύση». Η Υφυπουργός αγνοεί επιδεικτικά το «ΟΧΙ» του λαού μας το 2004 στο Σχέδιο Ανάν και στον δικοινοτισμό γενικότερα, όταν αναφέρεται σε «διεθνώς αποδεκτό μοντέλο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας». Είναι διεθνώς αποδεκτό από τους «σωτήρες» μας, αλλά όχι από τους άμεσα εμπλεκόμενους, δηλαδή τον ελληνικό λαό της Κύπρου. Δεν παρέλειψε μάλιστα να αναφερθεί και στο θέμα των Εγγυήσεων η κ. Μόρτον, αναφέροντας ότι το Η.Β είναι «ανοιχτό σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις οι δύο πλευρές και οι άλλες Εγγυήτριες Δυνάμεις μπορέσουν να συμφωνήσουν, ώστε να πληρούνται οι ανάγκες ασφάλειας των δύο κυπριακών κοινοτήτων».

Εμφανέστατη η ασέβεια της Βρετανίδας Υφυπουργού προς την ΚΔ, αφού εκτός από την παράβλεψη των καταστροφικών συνεπειών της επέμβασης των «Εγγυητριών Δυνάμεων» το 1974, αναφέρθηκε και σε «δύο κυπριακές κοινότητες», υποβαθμίζοντας την ΚΔ σε κοινότητα και μάλιστα ισάξια ενός παράνομου μορφώματος. Εν συνεχεία, σημειώνει πως «η βρετανική πλευρά παραμένει πεπεισμένη πως ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα είναι μέσω μιας δίκαιης και διαρκούς λύσης στο νησί», εννοώντας μάλλον την παγιοποίηση της κατοχής του νησιού μέσω μιας ΔΔΟ, προκειμένου να καταστεί «διαρκής» η διχοτομική λύση.

Η αναφερθείσα επιστολή έθιξε πολλές πτυχές «ανθελληνικής» πολιτικής της Βρετανίας έναντι της Κύπρου, πτυχές όμως που «γιγαντώνονται» λόγω της διαχρονικής μειοδοτικής ομοσπονδιακής πολιτικής που ακολουθούν οι εκάστοτε κυπριακές κυβερνήσεις, αλλά και η ηττοπάθεια που χαρακτηρίζει μέρος του λαού μας. Με αυτούς τους χειρισμούς, αφήσαμε να διαδοθεί η ιδέα ότι μπορεί η Αγγλία και κάθε Αγγλία να επεμβαίνει και να πράττει βάσει των συμφερόντων της στο νησί μας. Απαιτούμε από τον κ. Καραολή και από κάθε επίδοξο «μεσολαβητή» της Κύπρου, να σταματήσει να ζητά την παρέμβαση ξένων, προκειμένου να μας «λύσουν» το Κυπριακό. Θα έπρεπε να απαιτούμε να τερματιστεί η μεσολάβηση της αποικιοκρατικής Μεγάλης Βρετανίας, με υποτιθέμενο ενδιαφέρον «για το καλό μας», όχι να την ενθαρρύνουμε.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

O εξωραϊσμός της πολιτικής του κατευνασμού

Με ιδιαίτερη προσοχή παρατηρήσαμε τις εξελίξεις στην ελληνοτουρκική κρίση που έλαβε χώρα την προηγούμενη εβδομάδα, έπειτα από την κλιμάκωση των επιθετικών ενεργειών της Τουρκίας στο Αιγαίο. Μετά την αποχώρηση του τουρκικού σεισμογραφικού «Oruc Reis» από την ελληνική ΑΟΖ, η Τουρκία πραγματοποίησε νέο κύκλο τρομοκρατικών ενεργειών σε ΑΟΖ που ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα ελληνικό κράτος.

Συγκεκριμένα, την Τρίτη εκδόθηκε νέα παράνομη NAVTEX από τον ναύσταθμο της Αττάλειας για σεισμογραφικές έρευνες του «Μπαρμπαρός» ανατολικά της Αμμοχώστου και εντός των οικοπέδων 2,3 και 13 της Κυπριακής ΑΟΖ έως τις 20 Σεπτεμβρίου. Αυτό το γεγονός και μόνο αφήνει αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με το τι ανταλλάγματα έλαβε η Τουρκία για να αποδεχτεί την αποκλιμάκωση της κρίσης με την Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την παρέμβαση της Γερμανίδας καγκελάριου, Άνγκελα Μέρκελ.

Η αδυναμία αντιμετώπισης της τουρκικής εισβολής στην Κυπριακή ΑΟΖ, συγκριτικά με αυτή στην Ελληνική, έγκειται στο γεγονός της μη αντίδρασης της Ελλάδας και της ΕΕ, για τις παράνομες τουρκικές ενέργειες, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό. Στην κυπριακή ΑΟΖ, η Τουρκία φαίνεται να αντιδρά ανενόχλητη, καθώς ουσιαστικές αντιδράσεις αποτροπής δεν πραγματοποιήθηκαν.

Ήταν απόλυτα αναμενόμενο η Τουρκία να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τα κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα, εφόσον γνώριζε ότι η Κύπρος αποτελεί τον εύκολο στόχο λόγω της απουσίας στρατιωτικής αποτροπής. Είχαμε προειδοποιήσει ότι είναι πολύ σημαντικό να πραγματοποιηθούν οι ανάλογες ενέργειες, ούτως ώστε να μην διαχυθεί η τουρκική επιθετικότητα στην Κυπριακή ΑΟΖ. Αυτές οι ενέργειες όπως είναι προφανές, δεν πραγματοποιήθηκαν. Γνωρίζουμε από καιρό ότι οι σκοποί της Τουρκίας στο άμεσο μέλλον δεν είναι η εξαγωγή φυσικού πλούτου αυτού καθεαυτού, παρά η «γκριζοποίηση» του χώρου μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, τον οποίο και διεκδικεί. Εξ ου και η εκδήλωση της επιθετικότητας της αρχικά στον γεωγραφικό χώρο που οριοθέτησε παράνομα με τη Λιβύη και έπειτα, όταν απέτυχε αυτό το σχέδιο, στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Ας μην αυτό-απατόμαστε, οι λεκτικές αντιδράσεις της Ελλάδας και κάποιων αξιωματούχων της ΕΕ, οι αντι-NAVTEX και η πολιτική του κατευνασμού δεν πρόκειται να αποτρέψουν την κατοχική Τουρκία από την προσπάθεια ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου από την Μητροπολιτική Ελλάδα. Αν οι πολιτικές ηγεσίες ήθελαν όντως να περάσουν το μήνυμα της αντίδρασης, θα οριοθετούσαν άμεσα τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των κρατών του Ελληνισμού και μεταξύ Ελλάδας-Αιγύπτου, διασφαλίζοντας έτσι το τριεθνές σημείο συνένωσης μεταξύ των τριών κρατών. Αντιθέτως όμως, ακολουθούν μια κατευναστική πολιτική, αφήνοντας έτσι την Τουρκία να αλωνίζει στην κυπριακή ΑΟΖ υπό το πρόσχημα ότι δεν επιθυμούν την στρατικοποίηση της κατάστασης. Όταν η Τουρκία έχει ήδη στείλει τον τουρκικό στόλο στο Αιγαίο, ασχέτως από την κακή τροπή που πήρε για την ίδια το ζήτημα, και στέλνει ερευνητικά έξω από την Αμμόχωστο, την ίδια ώρα που απειλεί να την εποικίσει και την ίδια ώρα που ενισχύεται ο κατοχικός στρατός στα κατεχόμενα, δεν υπάρχει ζήτημα στρατικοποίησης της κρίσης, αφού είναι ήδη στρατιωτικοποιημένη από την κατοχική Τουρκία.

Είναι πλέον ολοφάνερο ότι η Κύπρος για να μπορέσει να απεμπλακεί από την τουρκική επιθετικότητα πρέπει να απαλλαγεί και από την τουρκική κατοχή στο νησί. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, επιβάλλεται να υπάρξει μια στρατηγική αποτροπής, που θα βρίσκεται σε πλήρη σύζευξη με το Ελλαδικό κράτος και να πραγματοποιηθούν οι ανάλογες συμμαχίες που θα διασφαλίζουν ότι το όποιο κόστος των τουρκικών ενεργειών θα είναι μεγαλύτερο από τα κέρδη. Επομένως, η Τουρκία δεν θα δύναται να ενεργεί επιθετικά εις βάρος του νησιού μας, το οποίο θα μπορεί να ασκεί ελεύθερα τα κυριαρχικά δικαιώματα του. Απαιτούμε από τις κυβερνήσεις των δύο ελληνικών κρατών να πράξουν όπως έπραξαν δύο εβδομάδες πριν, όταν η Τουρκία ήθελε να εισβάλει στην ελληνική ΑΟΖ, και να πραγματοποιηθούν οι ανάλογες ενέργειες, ούτως ώστε να αποχωρήσει το τουρκικό σεισμογραφικό από την Κυπριακή ΑΟΖ.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Κλιμάκωση στη Λιβύη

Το κοινοβούλιο της Αιγύπτου, αποφάσισε σε συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών, την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στο εξωτερικό για την καταπολέμηση «εγκληματικών πολιτοφυλακών» και «ξένων τρομοκρατικών ομάδων» σε ένα «δυτικό μέτωπο» (δηλαδή στη Λιβύη). Ουσιαστικά, η αιγυπτιακή βουλή εξουσιοδότησε τον πρόεδρο της χώρας, Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι, προκειμένου να αναπτύξει στρατεύματα στη Λιβύη, στην περίπτωση που η κυβέρνηση της Τρίπολης επιχειρήσει την ανάκτηση της πόλης Σύρτη. Όπως τονίζει η απόφαση, τα αιγυπτιακά στρατεύματα θα υπερασπιστούν την εθνική ασφάλεια.

Προηγουμένως, η λιβυκή βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία εδρεύει στο Τομπρούκ και βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την διεθνώς αναγνωρισμένη Κυβέρνηση Εθνικής Συνεννόησης (GNA) του Φαγιέζ Αλ Σάρατζ, εξέφρασε την υποστήριξή της για τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Ζήτησε μάλιστα την υπογραφή ανάλογης συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και της Βουλής των Ελλήνων, αίτημα που στηρίζει ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός (LNA) του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ. Η κίνηση έχει υψηλό συμβολισμό, καθώς η κυβέρνηση Σάρατζ, η οποία βασίζεται στη στρατιωτική βοήθεια της Τουρκίας του νεοσουλτάνου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει υπογράψει μνημόνιο με την Άγκυρα το οποίο αγνοεί την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ των ελληνικών νησιών, στη βάση της παράλογης τουρκικής θεωρίας ότι τα νησιά δεν διαθέτουν ΑΟΖ, παρά μόνον χωρικά ύδατα, κάτι που αντικρούεται με το Διεθνές Δίκαιο.

Λίγες μέρες αφότου το κοινοβούλιο της Αιγύπτου έδωσε το πράσινο φως για δυνητική στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη, για να υποστηρίξει τον Χαλίφα Χαφτάρ, πραγματοποιήθηκαν τα σχόλια του Ιμπραήμ Καλίν, εκπροσώπου του Τούρκου προέδρου. Συγκεκριμένα, ο κ. Καλίν δήλωσε ότι «η πρόσφατη ανακοίνωση της αιγυπτιακής κυβέρνησης και του κοινοβουλίου που δίνει στην κυβέρνηση την εντολή – ή την άδεια – για την αποστολή αιγυπτιακών στρατευμάτων στη Λιβύη είναι πολύ αντιπαραγωγική».

Η Τουρκία προειδοποίησε την Αίγυπτο κατά μίας πιθανής ανάπτυξης δυνάμεών της στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης και επέκρινε έντονα τον ρόλο του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, υπογραμμίζοντας έτσι την απειλή κλιμάκωσης της βίας και των γεωπολιτικών εντάσεων στην πλούσια σε πετρέλαιο χώρα. Ουσιαστικά, η Τουρκία εξασφάλισε στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξή προς την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης με έδρα την Τρίπολη, με αντάλλαγμα να πραγματοποιηθεί συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ που έψαχνε απεγνωσμένα ο Ερντογάν για να του παρέχει νομιμότητα στις παράνομες ενέργειες του.

Η απόφαση του αιγυπτιακού κοινοβουλίου αυξάνει τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης με την Τουρκία, η οποία έχει ισχυροποιήσει τη θέση της στη Λιβύη. Η Άγκυρα υποστηρίζει την διεθνώς αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με έδρα την Τρίπολη υπό τον πρωθυπουργό Φαγιέζ Αλ Σάρατζ. Από την άλλη πλευρά, η Αίγυπτος πραγματοποιεί εκστρατεία, από κοινού με τη Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, υπέρ του στρατηγού Χαλιφά Χαφτάρ, ο οποίος συνδέεται με το λεγόμενο «εξόριστο κοινοβούλιο» στο Τομπρούκ της Ανατολικής Λιβύης.

Η Άγκυρα θέσπισε ένα σχέδιο για να αυξήσει τις δυνάμεις και τον στρατιωτικό της εξοπλισμό στη Λιβύη, ώστε να αντιμετωπίσει τις αιγυπτιακές δυνάμεις σε περίπτωση που το Κάιρο αποφασίσει να παρέμβει. Αφού, η Άγκυρα, υπέγραψε με τον Σάρατζ μνημόνιο για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών, βοήθησε τον Λίβυο πρωθυπουργό να απωθήσει την επίθεση εναντίον της Τρίπολης και να βάλει στο στόχαστρο την πόλη Σύρτη για να την ανακαταλάβει και να ανοίξει δρόμο προς την Ανατολική Λιβύη και τις πετρελαιοπηγές της. Η Σύρτη θεωρείται η πύλη προς τις πετρελαιοπηγές και τους τερματικούς σταθμούς εξαγωγής πετρελαίου, που ξεκινούν λίγο ανατολικότερα, φθάνουν σχεδόν μέχρι τη Βεγγάζη και ελέγχονται από τον Χαφτάρ. Ο στρατός του Χαφτάρ κατέλαβε τη Σύρτη στις αρχές Ιανουαρίου, ύστερα από μάχη με τον στρατό του Σάρατζ. Από τις αρχές Ιουνίου, ο στρατός του Σάρατζ προσπαθεί να την ανακαταλάβει. Η Αίγυπτος δηλώνει έτοιμη να εισβάλει για «να προστατεύσει το μέτωπο Σύρτης – Τζούφρα από την κυβέρνηση της Τρίπολης και τους Τούρκους συμμάχους της».

Ο πόλεμος στη Λιβύη είναι στην πραγματικότητα μια πολύπλευρη παρτίδα σκακιού ανάμεσα σε διαφορετικούς ξένους παίκτες. Στις μάχες στο έδαφος, λαμβάνουν μέρος χιλιάδες Σύριοι, Σουδανοί και Ρώσοι μισθοφόροι. Στον αέρα, διάφορες χώρες αναπτύσσουν όλο και μεγαλύτερο αριθμό drones, πολεμικών αεροσκαφών και πυραύλων. Σε ορισμένα πεδία μαχών στη Λιβύη δεν πολεμά κανένας Λίβυος. Έτσι, οι χώρες που εμπλέκονται, χρησιμοποιώντας μισθοφόρους, διεξάγουν πολέμους με χαμηλό κόστος, οικονομικό και πολιτικό.

Όσο η κυβέρνηση της Εθνικής Συμφωνίας «απλώνεται» στην λιβυκή επικράτεια και ενισχύει τη νομιμότητά της, τόση υπόσταση αποκτά το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Αν, τελικώς, οι κυβερνητικοί με τη στήριξη της Άγκυρας, θέσουν υπό τον έλεγχό τους και τη Σύρτη, τότε οι συζητήσεις για την οριοθέτηση την οποία έχουν συμφωνήσει Λιβύη και Τουρκία, αγνοώντας Ελλάδα και Αίγυπτο, θα ξεκινήσουν από άλλη βάση. Γι’ αυτό, η Ελλάδα οφείλει να τελειώσει όσο το δυνατόν νωρίτερα τη συμφωνία της οριοθέτησης με την Αίγυπτο, η οποία στην πράξη θα ακυρώνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και θα δίνει ακόμα ισχυρότερα νομικά ερείσματα στην ελληνική πλευρά. Εξυπακούεται όμως ότι αυτό δεν πρέπει να ωθήσει την Ελλάδα να υπογράψει μια συμφωνία που δεν θα εξασφαλίζει πλήρη επήρεια στο Καστελλόριζο και θα ακυρώνεται έτσι το τρικρατικό σημείο συνάντησης των ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου, απομονώνοντας ενεργειακά την Κύπρο από τον υπόλοιπο Ελληνισμό.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Η ενεργειακή σημασία του Καστελλορίζου

Η γεωπολιτική σημασία του Καστελλορίζου και της «επήρειάς» του είναι τεράστια. Αρκετοί είναι αυτοί που δεν αντιλαμβάνονται γιατί είναι τόσο σημαντικό νησί για τα εθνικά μας συμφέροντα λόγω του μικρού του μεγέθους. Ο κύριος λόγος είναι ότι το σύμπλεγμα αυτών των νησιών, δίνει τη δυνατότητα, βάσει της σύμβασης για τη Θάλασσα, UNCLOS του 1982, στην ΑΟΖ της Ελλάδας να εφάπτεται με την ΑΟΖ της Κύπρου. Χωρίς το Καστελλόριζο, η ελληνική ΑΟΖ δεν μπορεί να οριοθετηθεί με την κυπριακή και θα αποκόπτεται η ενεργειακή σύνδεση μεταξύ της Μητροπολιτικής Ελλάδας με το μαρτυρικό νησί μας.

Το τουρκικό επιχείρημα για το Καστελλόριζο, ως συνήθως, είναι ανεκδιήγητο. Η Τουρκία μέσα από την γνώριμη αυταρχική της προσέγγιση ως προς την ερμηνεία της πραγματικότητας σύμφωνα με τα συμφέροντά της, ισχυρίζεται ότι το Καστελλόριζο και το νησιωτικό του σύμπλεγμα δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και κατ’ επέκταση, δεν επηρεάζουν τους όρους προσδιορισμού της ελληνικής και τουρκικής ΑΟΖ. Έτσι, περιορίζεται η ελληνική ΑΟΖ και βέβαια τα ελληνικά δικαιώματα στα κοιτάσματα νοτίως της Κρήτης. Ουσιαστικά, επιδιώκει και εκεί, όπως και στο Αιγαίο, τη συνεκμετάλλευση, αγνοώντας τις όποιες υποχρεώσεις έχει, που απορρέουν από τους κανονισμούς των Διεθνών Οργανισμών στους οποίους είναι μέλος και των Συμβάσεων που αποτελούν εθιμικό δίκαιο. Επιχείρημα που αποδεικνύει την παραλογία του ισχυρισμού της Τουρκίας, είναι το γεγονός ότι η Γαλλία διεκδικεί ΑΟΖ στον Ειρηνικό και τον Αρκτικό Ωκεανό, λόγω μικρών νησιών που διαθέτει εκεί και παρά το γεγονός ότι βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την ηπειρωτική χώρα.

Η Τουρκία, συνοδεύει πάντα τις στρατιωτικές της ενέργειες μ’ ένα «αφήγημα νομιμοποίησης», το οποίο συνήθως οι Δυτικοί «σύμμαχοι» ακούν με ευχαρίστηση και ανακούφιση, αιτιολογώντας έτσι τη σταθερά παθητική τους στάση απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις. Ήδη έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει τετελεσμένα με το τουρκολιβυκό σύμφωνο, τα οποία περιμένει στη συνέχεια να «νομιμοποιήσει», όπως έπραξε και στην περίπτωση της Κύπρου με την εισβολή του 1974 και την συνεχιζόμενη κατοχή. Μόνο η έμπρακτη αμφισβήτηση των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας και η παρεμπόδισή της να υλοποιήσει ό,τι διεκδικεί παρανόμως και παραλόγως σε βάρος της Ελλάδας, μπορεί να ανατρέψει αυτή την πολύ δυσμενή κατάσταση και κυρίως την εξέλιξη που είναι πιθανόν να έρθει, αν δεν λάβουμε τα μέτρα μας ως Ελληνισμός. 

Είναι, πλέον, φανερή η στρατηγική που ακολουθεί η Τουρκία τα τελευταία χρόνια. Με την επίδειξη ισχύος, εκμεταλλεύεται τις καταστάσεις για να βρεθεί σε ισχυρότερη διπλωματική θέση, επειδή ακριβώς εμείς της το επιτρέπουμε. Όσο εμείς δεν πράττουμε ορθά και δίνουμε την εντύπωση πως ό,τι και να κάνει η Τουρκία θα είναι χωρίς κόστος γι’ αυτήν, θα εκμεταλλεύεται την οποιαδήποτε ευκαιρία για να μας σύρει σε διαπραγμάτευση με σκοπό να υλοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Κι ύστερα από αυτά που θα καταφέρει να υλοποιήσει, να τα θεωρήσει «δεδομένα», για να δημιουργήσει στη συνέχεια περαιτέρω τετελεσμένα εις βάρος μας. Όλα αυτά πραγματοποιούνται εξαιτίας των λανθασμένων μηνυμάτων που στείλαμε προς την Τουρκία, καθώς δεν λάβαμε τα κατάλληλα μέτρα για να την αποτρέψουμε. 

Το Καστελλόριζο, ως νησί το οποίο κατοικείται, έχει με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας δικαίωμα τόσο σε υφαλοκρηπίδα, όσο και σε ΑΟΖ, ασχέτως του μεγέθους του. Το γεγονός ότι το νησί έχει μικρή έκταση δεν συνεπάγεται ότι δεν έχει δικαιώματα. Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν μπορεί να ερμηνεύεται, ούτε να εφαρμόζεται κατά το δοκούν. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες που θα έπρεπε να εφαρμόζονται από όλους. Η προσπάθεια της Τουρκίας να επιβάλλει την, ούτως ή άλλως, αίολη και παράνομη άποψή της και μάλιστα με τον προκλητικό τρόπο που έχει επιλέξει, απλώς την εκθέτει διεθνώς. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή η εγκατάλειψη παγίων θέσεων της Ελλάδας και η σιωπηρή αποδοχή της περί συνεκμετάλλευσης των κοιτασμάτων του Αιγαίου και της Κύπρου, υπό το καθεστώς απειλών. Σε καμιά περίπτωση, η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να αποφασίσει καμιά συνεκμετάλλευση σε περιοχές που ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Γραφείο Τύπου 
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης 

Διακαής τους πόθος, μια λύση-διάλυση στο νησί

Ενημέρωση των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας για την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, τις λεγόμενες «καλές υπηρεσίες» της και τις δύο εκθέσεις που υποβλήθηκαν, όπως επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, παραχώρησε η ειδική αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο, Ελίζαμπεθ Σπέχαρ. Με τη σειρά τους, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας πραγματοποίησαν ερωτήσεις όσον αφορά τον μηχανισμό συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων της Κύπρου και τ/κ.

Συγκεκριμένα, η ενημέρωση κάλυψε όλα τα θέματα των εκθέσεων Γκουτέρες, στις οποίες ο ΓΓ του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ανέφερε ότι η ΔΔΟ αποτελεί τη μόνη βιώσιμη λύση. Η κ. Σπέχαρ συμπεριέλαβε στην ενημέρωσή της τα ζητήματα συνεργασίας των δύο πλευρών για την αντιμετώπιση της πανδημίας, τα θέματα των ερευνών για υδρογονάνθρακες και την ένταση που υφίσταται στην κυπριακή ΑΟΖ, τις εξελίξεις στη νεκρή ζώνη, αλλά και τα όσα σύμφωνα με την ίδια και εκείνους που πρεσβεύει, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν, ούτως ώστε να προχωρήσει η συνεργασία των δύο πλευρών στα στρατιωτικά ζητήματα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι και από τις δύο πλευρές παρουσιάστηκε ανησυχία ως προς τις παραβιάσεις, την άσκηση βίας σε βάρος των «ειρηνευτών» και τους περιορισμούς στη διακίνηση της «ειρηνευτικής δύναμης». Στο μεταξύ, οι δύο πλευρές δεν παρέλειψαν να αναφερθούν στα οδοφράγματα και στην διακαή τους επιθυμία να ξανανοίξουν. Επίσης, αναφέρθηκαν και στον προβληματισμό τους, σχετικά με την περιορισμένη συνεργασία μεταξύ ψευδοκράτους και ελεύθερων περιοχών κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Όσον αφορά την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων του Κυπριακού, η κ. Σπέχαρ δήλωσε ότι υπάρχει επιθυμία να προχωρήσουν σε άτυπη πενταμερή συνάντηση υπό την παρουσία Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΟΗΕ, κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει μέχρι τον Οκτώβριο που θα υπάρξει ολοκλήρωση της διαδικασίας ανάδειξης νέου ψευδοηγέτη των τ/κ. Ωστόσο, υπάρχουν παροτρύνσεις προς όλους τους εμπλεκόμενους να κινήσουν τα απαραίτητα πολιτικά νήματα και έτσι να πραγματοποιηθεί επάνοδος στο τραπέζι των συνομιλιών. Παράλληλα, στην παρούσα συνάντηση για ενημέρωση από την κ. Σπέχαρ, αναφέρθηκαν από αρκετές αντιπροσωπείες και οι τουρκικές απειλές για τα Βαρώσια και επισημάνθηκε η ανάγκη να επιστρέψουν στα Ηνωμένα Έθνη. Αρκετοί επίσης αναφέρθηκαν και στις παραβιάσεις που έλαβαν χώρα στα Στροβίλια. Και για τα δύο θέματα αναμένεται ότι θα υπάρξουν εκ νέου οι σχετικές αναφορές στο ψήφισμα που θα κληθεί να υιοθετήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 29 Ιουλίου.

Σχετικά με τον μηχανισμό συνεργασίας, τα μέλη του ΣΑ έθεσαν ερωτήσεις για τον λόγο για τον οποίο καθυστερεί η λειτουργία του, αναφέροντας πως είναι καλό να προχωρήσει και να υπάρξει περαιτέρω πρόοδος. Κάπου εδώ, η κ. Σπέχαρ φέρεται να είπε ότι «υπάρχει διάθεση κι από τις δύο πλευρές για να γίνει κάτι», κάνοντας αναφορά στην πρόταση της 1ης Μαΐου, που η ίδια υπέβαλε, και η οποία κάνει λόγο για στρατιωτική συνεργασία μεταξύ κατοχικού στρατού και Εθνικής Φρουράς. Την συγκεκριμένη πρόταση χαιρέτισαν και οι νόμιμοι κυβερνώντες του νησιού μας, αν και φαντάζει αλλόκοτο, όπως δήλωσε η κ. Σπέχαρ.

Το συγκεκριμένο διζωνικό πανηγύρι έλαβε χώρα την ίδια στιγμή που η Τουρκία πραγματοποιεί ακάθεκτη έκνομες ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ και γενικότερα σε όλη την επικράτεια του Ελληνισμού, προσβάλλοντας ακόμα και την Ορθόδοξη Πίστη μας. Αντί λοιπόν, να πραγματοποιηθεί συζήτηση γύρω από τις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας, κύριος προβληματισμός τους αποτέλεσε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, προβάλλοντάς το ως αναγκαιότητα, όπως επίσης και η απουσία συνεννόησης μεταξύ του ψευδοκράτους και των νόμιμων αρχών της ΚΔ, εν καιρώ πανδημίας. Παράλληλα, οι αναφορές στα οδοφράγματα που συντηρούν την κατοχή είναι απότοκο της αδυναμίας της δικής μας πλευράς να αντιληφθεί ότι επιβάλλεται να απεμπλακούμε από την πολιτική του διζωνισμού, η οποία επιβλήθηκε διά της συναίνεσής μας από τις δικές μας πολιτικές ηγεσίες.

Από τα λεγόμενα των όσων παρευρέθηκαν στην τηλεδιάσκεψη για ενημέρωση, παρουσιάζεται η έντονη επιθυμία τους για συνεργασία της κατοχικής πλευράς με την ελεύθερη Κύπρο, ακόμα και σε στρατιωτικό επίπεδο και ως εκ τούτου, η επιθυμία για νομιμοποίηση του ψευδοκράτους. Ωστόσο, το μόνο αναγκαίο στην όλη κατάσταση, δεν είναι ούτε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων ούτε και φυσικά συνεργασία του κατοχικού στρατού με την Εθνική Φρουρά, όπως ούτε και μια λύση-διάλυση που προωθείται.

Στοιχειώδης αναγκαιότητα αποτελεί το να κατανοήσουν ντόπιοι κυβερνώντες και κατ’ επέκταση οι Ευρωπαίοι, ότι καμία συζήτηση δεν πρέπει να τίθεται περί συνεργατικού μηχανισμού με τον κατοχικό στρατό. Ο κατοχικός στρατός επιβάλλεται να αποχωρήσει άμεσα από την πατρίδα μας, όπως και οι ορδές εποίκων που αλλάζουν δημογραφικά το κατεχόμενο τμήμα της πατρίδας μας. Αντιθέτως, η μόνη συνεργασία που πρέπει να πραγματοποιηθεί, είναι αυτή με την Μητροπολιτική Ελλάδα στο πλαίσιο το Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος και οι διάφορες συνεργασίες με κράτη της περιοχής με τα οποία διατηρούμε κοινά συμφέροντα. Όσον αφορά τις λεκτικές αναφορές σε μοντέλα λύσης που θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στη διχοτόμηση της πατρίδας μας, είναι στο χέρι μας να εμποδίσουμε τη διαπραγμάτευση της αξιοπρέπειάς μας για την οποιαδήποτε λύση ομοσπονδίας.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης