Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου – 19η Μαΐου

Συμπληρώνονται φέτος 103 χρόνια, από την μαύρη εκείνη ημέρα που στιγμάτισε την ιστορία του Ελληνισμού. Οι ορδές του Κεμάλ κατάφεραν να εκδιώξουν από τις πατρογονικές τους εστίες το μεγαλύτερο μέρος των Ποντίων αδελφών μας, που πάλευαν για την επιβίωσή τους. Ήταν λοιπόν 19 Μαΐου του 1919, όταν ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα με σκοπό να ξεκινήσει τη δεύτερη φάση της εξόντωσης των Ελλήνων της βόρειας Μικράς Ασίας. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μια προσπάθεια για να οργανώσει την αντίσταση των Τούρκων κατά της ελληνικής στρατιάς που είχε καταλάβει την Σμύρνη μερικές εβδομάδες νωρίτερα.

Οι Έλληνες του Πόντου, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτελούσαν κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όμως παρόλο που περιβάλλονταν από μουσουλμάνους και άλλες εθνότητες, κατάφεραν να διατηρήσουν την εθνική τους συνείδηση με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν έντονη ανησυχία στους Οθωμανών Τούρκων. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι Πόντιοι αναπτύχθηκαν όχι μόνο πληθυσμιακά αλλά και πνευματικά, αφού κατάφεραν να γίνουν κυρίαρχοι τόσο στην οικονομική όσο και στην κοινωνική ζωή του τόπου.

Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το κίνημα των Νεότουρκων που δημιουργήθηκε το 1908, δήθεν για να προάγει την ισονομία μεταξύ των λαών. Στη συνέχεια όμως, αποδείχθηκε ότι είχαν απώτερο σκοπό την εθνοκάθαρση ολόκληρης της Τουρκίας. Ο ουσιαστικός τους στόχος ήταν να εκτουρκίσουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς με το τραγικό αποτέλεσμα οι Χριστιανικές εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εκτοπιστούν και να υποστούν μεγάλες κακουχίες υπό το πρόσχημα της «ασφάλειας του κράτους».

Πολλοί Πόντιοι και Αρμένιοι ξεσηκώθηκαν και κατέφυγαν στα βουνά αντάρτες, προκειμένου να αντισταθούν με τα ελάχιστα μέσα που είχαν κατά των Τούρκων. Από το 1919, υπήρχαν ελπίδες για δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους, αλλά και για την παρουσία του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία. Λόγω της ελάχιστης βοήθειας που παρείχαν οι ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες είχαν στραμμένη την προσοχή τους στην πολιτική παρά στις κακουχίες που έτρεφαν οι ελληνικοί πληθυσμοί, η πιο πάνω προσπάθεια ναυάγησε. Σύμφωνα με τους ιστορικούς αριθμούς, μέχρι τη Μικρασιάτικη καταστροφή ο αριθμός των Ποντίων που έχασαν τη ζωή τους ξεπερνά τις 350 χιλιάδες. Έτσι, όσοι επέζησαν κατέφυγαν στη Ρωσία και στην μητέρα πατρίδα με την ανταλλαγή πληθυσμών.

Η 19η Μαΐου αναγνωρίστηκε ως η επίσημη Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ο Ποντιακός Ελληνισμός όμως, δεν πέθανε ποτέ. Ήρθε στην Ελλάδα αναζωογόνησε τον κοινωνικό ιστό, μεγαλούργησε και βοήθησε την μητέρα πατρίδα σε κάθε δύσκολη στιγμή που αντιμετώπισε από τότε.

Εμείς δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα κακά που βίωσε ο Ποντιακός Ελληνισμός στα χέρια των Τούρκων που δεν παραδέχτηκαν ποτέ τη γενοκτονία που διέπραξαν εις βάρος του. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για να δικαιωθούν οι 353 χιλιάδες ψυχές των Ποντίων. Η Τουρκία είναι ένα κράτος που δημιουργήθηκε πάνω στο αίμα των Ποντίων, των Αρμενίων, των Ασσυρίων και άλλων χριστιανών. Απαιτούμε από τη διεθνή κοινότητα να δώσει τέλος στην ανοχή και να απαιτήσει από την Τουρκία να αναλάβει τις ευθύνες της και να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων.

«Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο»

Γραφείο Τύπου

Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Ανδρέας Δημητρίου-Μιχαλάκης Καραολής: «Τα Ελληνόπουλα»

Ο Ανδρέας Δημητρίου γεννήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1934 στο χωριό Άγιος Μάμας της Λεμεσού. Ήταν γόνος πάμφτωχης πολυμελούς οικογένειας, ένα από τα τρία παιδιά του Δημήτρη και της Ευδοκίας, ενώ είχε ακόμα δύο ετεροθαλή αδέλφια. Έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 5 ετών. Αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο Αγίου Μάμαντος και ακολούθως φοίτησε για τρία χρόνια στο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, από όπου και σταμάτησε για να πάει να δουλέψει σε κατάστημα εκρηκτικών υλών και κυνηγετικών ειδών. Επιπλέον, διετέλεσε και γραμματέας στον σύνδεσμο Αχθοφόρων της ΣΕΚ στην Αμμόχωστο.

Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1933 στο Παλαιχώρι Λευκωσίας. Ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά του Σάββα και της Παναγιώτας και παρόλο που ήταν γόνος αγροτικής οικογένειας, έδειξε τον αγωνιστικό ζήλο που τον διακατείχε από μικρό, καταφέρνοντας να τελειώσει το Δημοτικό Παλαιχωρίου και να αποφοιτήσει με υποτροφία από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Με το που αποφοίτησε, διορίστηκε ως δημόσιος υπάλληλος στο Τμήμα του Φόρου Εισοδήματος, ενώ παράλληλα αθλούταν ως δρομέας μικρών αποστάσεων.

Εντάχθηκαν και οι δύο από τους πρώτους στην Ε.Ο.Κ.Α, πριν από την 1η Απριλίου 1955 και είχαν δράση σε πολλούς τομείς. Ο Καραολής εντάχθηκε στην ομάδα του Πολύκαρπου Γιωρκάτζιη και ήταν στο τμήμα Πληροφοριών της Οργάνωσης. Επιπλέον, έπαιρνε μέρος και σε βομβιστικές επιθέσεις. Ο Ανδρέας Δημητρίου ασχολήθηκε με την αρπαγή όπλων από τον Αγγλικό Στρατό εφοδιάζοντας έτσι την Ε.Ο.Κ.Α, που λόγω οικονομικής δυσκολίας τότε, τα μόνα όπλα που κατείχαν ήταν τα απλά κυνηγετικά που είχε ο καθένας σπίτι του. Στις αρχές Δεκεμβρίου το 1955, έκλεψε μαζί με την ομάδα του οπλισμό από στρατιωτικές αποθήκες στο λιμάνι αμέσως μετά την εκφόρτωσή τους και έλαβε τα εύσημα από τον Αρχηγό Διγενή.

Ο Ανδρέας Δημητρίου συνελήφθη στις 28 Νοεμβρίου 1955, όταν στην προσπάθεια του να διαφύγει μετά από παρακολούθηση του πράκτορα της «Intelligence Service» Σίντνει Τέιλορ, με σκοπό να τον εκτελέσει, αλλά τελικά τον τραυμάτισε, τον περικύκλωσαν οι Άγγλοι αστυνομικοί που τον φρουρούσαν, ζητώντας του να παραδοθεί. Αυτός παράτολμα και με σθένος αρνήθηκε και έστρεψε το όπλο του εναντίον τους, αλλά αυτό έπαθε εμπλοκή. Αυτοί τον πυροβόλησαν τραυματίζοντας τον για να τον μεταφέρουν στη συνέχεια στις Κεντρικές Φυλακές. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο κυρίως επειδή δεν δέχτηκε να καταδώσει άλλους συναγωνιστές του.

Ο Μιχαλάκης Καραολής στις 28 Αυγούστου 1955, μαζί με τον Ανδρέα Παναγιώτου, δολοφόνησαν τον προδότη αστυνομικό Ηρόδοτο Πουλλή την ώρα που παρακολουθούσε μια συνάντηση του ΑΚΕΛ. Ο συναγωνιστής του κατάφερε να διαφύγει, ενώ ο Μιχαλάκης πιάστηκε σε ενέδρα των Άγγλων και συνελήφθη αμέσως. Παρότι η σφαίρα αποδείχτηκε πως ήταν από το όπλο του Παναγιώτου, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο στις 16 Οκτωβρίου 1955.

Πραγματοποιήθηκαν πολλές ενστάσεις στο δικαστήριο, αλλά η ποινή παρέμεινε η ίδια και ούτε και η βασίλισσα Ελισάβετ Β’ αποδέχτηκε να δώσει χάρη στα δύο αυτά νεαρά παιδιά και έτσι στις 10 Μαΐου 1956 απαγχονίστηκαν στις Κεντρικές Φυλακές. Ο απαγχονισμός των δύο αυτών νέων εξόργισε το παγκόσμιο στερέωμα και όπως ήταν λογικό ξεσήκωσε κύμα αντιδράσεων σε ολόκληρο τον Ελληνισμό. Στις 9 Μαΐου, μια ημέρα πριν δηλαδή, ξέσπασαν τεράστιες διαδηλώσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο τεσσάρων διαδηλωτών και τον τραυματισμό πολλών άλλων.

Αξιοσημείωτη είναι και η στάση των δύο αγωνιστών μπροστά στην αγχόνη. Δεν λύγισαν ούτε το τελευταίο λεπτό μπροστά στον δήμιο. «Εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, αφού εγώ δεν βρίσκω λόγο για να με κλαίω, ούτε οι συγγενείς μου πρέπει να με κλαίνε», ήταν τα τελευταία λόγια του Μιχαλάκη. «Τα Ελληνόπουλα δεν ξέρουν μόνο πώς πρέπει να ζουν. Ξέρουν και πώς να πεθαίνουν». Ήταν τα τελευταία λόγια του Ανδρέα, δείχνοντας πως η ελληνική ψυχή δεν κάμπτεται και πως για τους Έλληνες, όταν τίθεται το ερώτημα αν πρέπει να πεθάνουν για την πατρίδα ή να ζήσουν απάτριδες δεν υπάρχει δίλημμα, ούτε και δισταγμός.

Ο Μιχαλάκης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου πέρασαν στο πάνθεο των Ηρώων μαζί με δεκάδες άλλα αδέλφια τους, συναγωνιστές τους, νεαρά παιδιά σαν αυτούς που μόνη τους έγνοια από το πρωί που ξυπνούσαν έως το βράδυ που θα κοιμόντουσαν ήταν πως θα λευτερωθεί η πατρίδα τους και πως θα ενώσουν τις ψυχές τους με τις ψυχές των υπολοίπων εκατομμυρίων Ελλήνων ανά τον κόσμο. Ο τάφος τους βρίσκεται στα «Φυλακισμένα Μνήματα», μαζί με τους υπόλοιπους απαγχονισθέντες και ακόμα τεσσάρων αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α, μετατρέποντας το σημείο αυτό σε ιερό κοιμητήριο ηρώων, που μόνο τους μέλημα ήταν η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Αίμα στην Αθήνα για το Κυπριακό

Στις 9 Μαΐου 1956, χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ομονοίας για να καταδικάσουν τα σκληρά μέτρα του Άγγλου κυβερνήτη Χάρντινγκ στην Κύπρο. Ο Μακάριος βρισκόταν εξόριστος στις Σεϋχέλλες, ο Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α στη Μεγαλόνησο συνεχιζόταν και την επομένη ήταν προγραμματισμένη από τις κατοχικές αρχές η εκτέλεση των αγωνιστών, Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου. Την Ελλάδα κυβερνούσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Το συλλαλητήριο διοργάνωσε η Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ) με ομιλητή τον πρόεδρό της, Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δωρόθεο.

Οι διαδηλωτές ζητούσαν την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Μετά το πέρας του συλλαλητηρίου, οι συγκεντρωμένοι θέλησαν να οδεύσουν προς την Βρετανική Πρεσβεία στο Κολωνάκι, παρά τις προτροπές του Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας να διαλυθούν. Πλησίον της Πλατείας Κλαυθμώνος, η Αστυνομία τους εμπόδισε με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ταραχές. Τα επεισόδια γενικεύτηκαν στο κέντρο της Αθήνας, με τα όργανα της τάξης να ανοίγουν πυρ κατά των διαδηλωτών.

Ο αστυνομικός διευθυντής Αριστείδης Παπαδόπουλος απομονώθηκε και κακοποιήθηκε από τους διαδηλωτές. Τραυματίστηκε σοβαρά και περιήλθε σε αφασία. Στην οδό Δραγατσανίου, λόγω του ότι είχαν στηθεί οδοφράγματα, η σύγκρουση ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις διαδηλωτές: Ευάγγελος Γεροντής (28 ετών), Ιωάννης Κωνσταντόπουλος (21 ετών), Φραγκίσκος Νικολάου (23 ετών), καθώς και ο αστυφύλακας Κώστας Γιαννακούρης, που πέθανε στο νοσοκομείο. Στα νοσοκομεία μεταφέρθηκαν 265 τραυματίες, 165 από σφαίρες αστυνομικών και 100 με μώλωπες από χτυπήματα. Η κατάσταση γρήγορα εκτονώθηκε, αλλά ήταν σαφές ότι ο ελληνικός λαός απαιτούσε ενεργητικότερη εξωτερική πολιτική για το Κυπριακό.

Άλλωστε δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό το συλλαλητήριο της Αθήνας. Στις αντίστοιχες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη τραυματίστηκαν 118 πρόσωπα, από τα οποία οι 34 ήταν φοιτητές και μαθητές, και οι 84 χωροφύλακες και στρατιώτες, ενώ το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ανέστειλε τη λειτουργία του για πέντε μέρες. Από τα τέλη του 1940, το ελληνικό φοιτητικό κίνημα ρίχτηκε σε τεράστιους αγώνες για την υποστήριξη του προαιώνιου πόθου των Ελλήνων της Κύπρου για Ένωση.

Τα πανεπιστήμια είχαν μετατραπεί σε προμαχώνες ακούραστης ηθικής προπαρασκευής για ένα αγώνα από τους φοιτητές, που τελικά άρχισε στην Κύπρο. Ειδικά το Ελληνικό φοιτητικό κίνημα της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε τον πιο ένθερμο υποστηριχτή του αλύτρωτου πόθου. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο ακούραστος αγώνας του Κυριακού Μάτση, ως φοιτητής της Γεωπονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που με τους φλογερούς του λόγους και ενημερώσεις ωθούσε τους φοιτητές να σταθούν δίπλα στους αδελφούς τους Κυπρίους. Πολλές φορές η Αγγλική πρεσβεία και προξενεία σε όλη την Ελλάδα αποτέλεσαν στόχους φοιτητών λόγω των βάρβαρων και απάνθρωπων μεθόδων που χρησιμοποιούσαν για την καταστολή και διάλυση της Ε.Ο.Κ.Α.

Δεν ήξεραν όμως ότι το πνεύμα του Αγώνα ήταν πολύ πιο δυνατό από ανθρώπινες ανάγκες για να μπορέσουν να το σταματήσουν. Ήταν ένας πόθος που πέρα από την ανθρώπινη φύση των αγωνιστών τους ώθησε στο να μεγαλουργήσουν και αυτό χάρη στο ότι ο Ελληνισμός ήταν ενωμένος πνευματικά.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Εορτασμός της Βασίλισσας-δολοφόνου

Με αφορμή τα 70χρονα της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’ στον θρόνο της, γνωστό και ως «Πλατινένιο Ιωβηλαίο», θα πραγματοποιηθεί «φιλανθρωπική συναυλία» στο αρχαίο Κούριο, στις 2 Ιουνίου. Στη συναυλία θα συμμετέχει η χορωδία και η χορευτική ομάδα του Πολιτιστικού Ομίλου «Διάσταση» και οι Κύπριες σοπράνο, Αλίκη Χρυσοχού και Μαρία Παπαϊωάννου, ενώ εκεί θα παραβρίσκονται και η μπάντα των Βρετανικών Βάσεων «Royal Signals» και η χορωδία «Military Wives». Η συναυλία θα περιλαμβάνει επίσης τελετή ανάμματος φλόγας για να σηματοδοτήσει τα 70 χρόνια υπηρεσίας της Βασίλισσας. Τα έσοδα θα δοθούν σε δύο κυπριακά φιλανθρωπικά ιδρύματα για αντιμετώπιση του καρκίνου των παιδιών, καθώς και σε ένα βρετανικό φιλανθρωπικό ίδρυμα που στηρίζει οικογένειες στρατιωτών. Όπως δηλώνει η Διοίκηση των ΒΒ, με αυτόν τον τρόπο θα εορταστεί η υπηρεσία της Βασίλισσας στο βρετανικό έθνος, η στήριξή της στις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και «η φιλία και η συνεργασία» μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι πραγματικά λυπηρό και αξιοθρήνητο το γεγονός πως κάποιοι επέλεξαν να ξεχάσουν τις βαρβαρότητες που έχει διαπράξει η Βασίλισσα Ελισάβετ, κατά τον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α του ‘55-’59. Ξεχνούν τις θανατικές καταδίκες που μοίραζε απλόχερα στους αγωνιστές μας. Ξεχνούν και την άρνησή της στην επιστροφή των νεκρών σωμάτων στις οικογένειες. Ξεχνούν όλους όσους θυσιάστηκαν, αγωνιζόμενοι για την Ελευθερία της πατρίδας μας και την Ένωση με τη Μάνα Ελλάδα. Ξεχνούν τον αγώνα κάθε λογής ανθρώπου, που διεκδίκησε το δίκαιό του, που πάλεψε για να είναι «τούτος ο τόπος λεύτερος». Ξεχνούν την αξιοπρέπεια και την ηθική. Όλοι όσοι απαγχονίστηκαν κατά τη διάρκεια εκείνου του υπέρλαμπρου αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α, όλοι όσοι έπεσαν για τη λευτεριά, παρέδωσαν στις επόμενες γενιές τεράστια αποθέματα ελληνικής ψυχής και έγιναν υποδείγματα ανδρείας και αυταπάρνησης. Η φωτιά στα σώματά τους έγινε λαμπάδα ενός ελληνικού λαού, αυτού του λαού που σήμερα ξεχνά και εθελοτυφλεί.

Είναι απορίας άξιο το τι προσπαθούμε να επιτύχουμε με αυτή τη συναυλία. Τί ακριβώς θέλουμε να γιορτάσουμε; Τον απαγχονισμό του 18χρονου Ευαγόρα Παλληκαρίδη, που άφησε πίσω «αδέλφια, συγγενείς, την μάνα, τον πατέρα», τη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου, που κάηκε ολοζώντανος σε ένα κρησφύγετο «αποχαιρετώντας» τη ζωή του, ή την ψυχρή δολοφονία του 7χρονου Δημητράκη Δημητριάδη από τους Άγγλους στρατιώτες; Αλήθεια, εξήντα τρία χρόνια ήταν αρκετά για να λησμονήσουμε τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α; Την ίδια στιγμή που θα έπρεπε να κοιτάμε στο πρόσωπο της Βασίλισσας Ελισάβετ μια δολοφόνο που απαγχόνισε εννέα παλληκάρια και επέτρεπε τη δολοφονία δεκάδων ανθρώπων που αγωνίζονταν για το υπέρτατο αγαθό, εμείς γιορτάζουμε τα 70 χρόνια εξουσίας της.

Είναι αδιανόητο το γεγονός ότι μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού της Κύπρου, πιστεύει πλέον στην προαναφερόμενη «φιλία» μεταξύ του ΗΒ και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιστεύει στη συνεργασία με μια χώρα που εξυπηρέτησε τα εθνικά της συμφέροντα σε συνεργασία με την Τουρκία, για να υποτάξουν από κοινού τον κυπριακό λαό. Το Κυπριακό άλλωστε, είναι αποτέλεσμα της τουρκοβρετανικής συμμαχίας.

Ως ένας λαός που κληρονόμησε τα αγνά ιδανικά για τα οποία θυσιάστηκαν οι πρόγονοί μας, καλούμαστε να αποτρέψουμε τη διεξαγωγή αυτής της συναυλίας. Πρόκειται για ακόμα ένα ξεπούλημα, καθώς αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά η αδυναμία μας να ξεφύγουμε από τα θλιβερά κατάλοιπα της αποικιοκρατίας. Καλούμαστε να διαδώσουμε ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που δεν ξεχνούν και δεν υποκλίνονται μπροστά σε βασίλισσες-δολοφόνους, που καταπίεσαν και κατέπνιξαν στο αίμα δεκάδες λαούς σε ολόκληρο τον κόσμο, επειδή ζήτησαν το αυτονόητο, την Ελευθερία τους.

Οφείλουμε να ανακαλούμε στη μνήμη μας όλες τις θυσίες που έγιναν στο όνομα της λευτεριάς. Το «Μολών Λαβέ» του Αυξεντίου, την καταστολή της βρετανικής σημαίας στο σχολείο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη από τον ίδιο και τον ηρωισμό του όταν βάδιζε προς την αγχόνη, το «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής» του Κυριάκου Μάτση. Οι προπάτορές μας, μας δίδαξαν να ζούμε λεύτεροι και όχι υποδουλωμένοι, με ψηλά το κεφάλι. Μα πάνω από όλα, μας δίδαξαν πως «τη λευτεριά ο καθένας μας την εχρωστάει σ’ όλους». Έτσι και εμείς, χρωστάμε τη λευτεριά σε όλους όσους χάθηκαν από «προσώπου γης» για τούτον τον τόπο, αλλά παραμένουν ζωντανοί στις ψυχές μας και φέγγουν σαν «χρυσό κωνσταντινάτο». Τη χρωστάμε όμως και σε όσους θα ‘ρθουν. Ας βρούμε λοιπόν, «τα σκαλοπάτια που παν στη λευτεριά».

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης

Μπόμπι Σάντς – Αγωνιστής για ένα καλύτερο αύριο

Ο Μπόμπι Σαντς γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1954 στο Μπέλφαστ του κατεχόμενου βόρειου τμήματος της Ιρλανδίας. Ζούσε σε μια προτεσταντική εργατική συνοικία με την οικογένεια του, η οποία λόγω των κοινωνικών ανισοτήτων που επικρατούσαν ανάμεσα στους Δημοκράτες Καθολικούς και τους Προτεστάντες ήταν αναγκασμένη να κρατάει κρυφές τις Καθολικές της θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς του. Ο ίδιος ήταν ένα φτωχό παλληκάρι που πίστευε ακράδαντα στα ιδανικά της Ελευθερίας και ήταν αντίθετος με την αποικιοκρατία και την κατοχή της πατρίδας του.

Όταν μαθεύτηκε το μυστικό της οικογένειάς του, ξεκίνησαν οι βιαιοπραγίες, οι επιθέσεις και οι «τραμπουκισμοί» εναντίον τους. Σε ηλικία 15 ετών, ο Μπόμπι παράτησε το σχολείο και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο κατασκευής εξαρτημάτων λεωφορείων. Οι συνάδελφοι του όμως, δεν ήθελαν να δουλεύουν πλάι-πλάι με ένα καθολικό και έτσι τον απειλούσαν καθημερινά. Το 1971 τον απείλησαν με όπλο συνάδελφοί του από ακραία προτεσταντική οργάνωση για να μην ξαναπατήσει το πόδι του στη δουλειά. Λίγο καιρό μετά, το 1972 το σπίτι του δέχτηκε επίθεση από προτεσταντικό όχλο, αναγκάζοντας την οικογένειά του να μετακομίσει σε μια καθολική συνοικία του Τουίνσμπρουκ. Τότε κατάλαβε ότι μόνο μια ένοπλη επανάσταση θα μπορούσε να δώσει τη λύτρωση των Ιρλανδών απέναντι στους αποικιοκράτες.

Ένα μήνα μετά, εντάχθηκε στον Προσωρινό IRA. Λίγο αργότερα, οι αρχές βρήκαν τέσσερα περίστροφα στην κατοχή του, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί και να οδηγηθεί στις φυλακές Μειζ του Λονγκ Κες. Τότε, οι Ιρλανδοί επαναστάτες φυλακισμένοι ήταν υπό το ειδικό καθεστώς του πολιτικού κρατούμενου, κάτι που τους έδινε το δικαίωμα να μην φοράνε ρούχα της φυλακής, να μην συμμετέχουν στα καταναγκαστικά έργα της, να μπορούν άνετα να βρίσκονται με τους συγκρατούμενούς τους και να μπορούν να οργανώνουν εκπαιδευτικά προγράμματα.

Όταν αποφυλακίστηκε το 1976, εντάχθηκε κατευθείαν ξανά στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό. Παράλληλα, παντρεύτηκε και έκανε παιδί, ενώ αρθρογραφούσε σε τοπική δημοκρατική εφημερίδα με το όνομα «Μαρκέλλα» που ήταν το όνομα της αδελφής του. Η οικογένεια του έμενε σε περιοχή όπου ήταν κοντά στη «γραμμή» μεταξύ των Καθολικών και των Προτεσταντικών συνοικιών. Επίσης, ασχολήθηκε με τον Σύνδεσμο Ενοικιαστών και έπεισε τα ταξί της περιοχής του να μεταφέρουν κόσμο από τη μια πλευρά στην άλλη.

Έξι μήνες μετά την αποφυλάκισή του, πραγματοποιήθηκε βομβιστική επίθεση. Μετά την επίθεση και την ανταλλαγή πυρών με τις αρχές, βρέθηκε σε αυτοκίνητο με άλλους τρείς, με ένα ρεβόλβερ στην κατοχή του. Μολονότι αυτό ήταν το μόνο «αποδεικτικό στοιχείο» των αρχών, ο Μπόμπι Σαντς συνελήφθηκε. Παρότι ο ίδιος αμφισβήτησε το κύρος των αρχών και δεν απάντησε σε καμία ερώτηση, τον Σεπτέμβριο του 1977, καταδικάζεται σε δεκατέσσερα χρόνια φυλάκισης στις φυλακές Μέιζ, όπου κρατούνταν οι συναγωνιστές του επαναστάτες και ήταν γνωστές για τη βαναυσότητα των φρουρών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από την 1η Μαρτίου 1976 είχε αρθεί το ειδικό καθεστώς των φυλακισμένων. Έτσι, ο Κιέραν Νάτζεντ είχε ξεκινήσει τη «διαμαρτυρία της κουβέρτας», όπου οι φυλακισμένοι αρνούνταν να φορέσουν στολή της φυλακής και τυλίγονταν με τις κουβέρτες, έμειναν γνωστοί ως «blanket-men».

Ο «γελαστός Μπόμπι» είχε περάσει τις πρώτες 22 μέρες στη φυλακή γυμνός στην απομόνωση, πραγματοποιώντας για δεκαπέντε μέρες τη «διαμαρτυρία της δίαιτας», όπου έτρωγε κάθε τρεις μέρες μόνο ψωμί και νερό. Το 1978, όταν κατάλαβαν οι φυλακισμένοι ότι δεν κέρδιζαν τα δικαιώματά τους, ξεκίνησαν τη «βρώμικη διαμαρτυρία», όπου έμεναν άπλυτοι και γέμιζαν τους τοίχους με τα περιττώματα τους και πετούσαν τα ούρα τους στους διαδρόμους. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οι φρουροί τους έβγαζαν και τους έπλεναν με τη βία.

Το 1980, ξεκίνησε η πρώτη απεργία πείνας στην οποία συμμετείχαν μόνο επτά σημαίνοντα στελέχη του IRA που βρίσκονταν στις φυλακές, αλλά σταμάτησε 53 μέρες αργότερα, μετά από τέχνασμα της Βρετανίδας πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ, που ξεγέλασε τον διοικητή των φυλακισμένων, Μπρένταν Χιουζ, ότι θα δεχόταν τα αιτήματα των κρατουμένων και θα επανέφερε το ειδικό καθεστώς των πολιτικών κρατουμένων. Μετά το τέλος της, ο Μπόμπι Σαντς εκλέγεται διοικητής των φυλακισμένων στις φυλακές του Μέιζ, στην πτέρυγα H-Block. Την 1η Μαρτίου, ξεκινά την δεύτερη απεργία πείνας ο ίδιος και είπε στους συναγωνιστές του να ξεκινήσει ο δεύτερος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, πλέον, απέρριπτε δημόσια τον όποιο συμβιβασμό με τους «τρομοκράτες» όπως τους χαρακτήριζε. Ο Μπόμπι όμως, είχε ήδη τεράστια προβολή, αφού ο λαός είχε ευαισθητοποιηθεί. Υπήρχαν καθημερινές διαμαρτυρίες και πορείες υπέρ των αγωνιστών και των σκοπών τους.

Λίγες μέρες μετά την κήρυξη της απεργίας πείνας, πεθαίνει από καρδιακή προσβολή ο βουλευτής, Φρέντι Μαγκουάιαρ. Ο IRA καταλαβαίνει ότι πρέπει να προβληθεί ακόμα περισσότερο ο αγώνας των κρατουμένων και έτσι πείθεται ο Μπόμπι Σαντς να κατέλθει στις εκλογές με το κίνημα Anti H-Block. Την 9η Απριλίου 1981, ο «γελαστός Μπόμπι», κέρδισε τις εκλογές και έγινε βουλευτής, γεγονός που ενδυνάμωσε ακόμα περισσότερο τον αγώνα των Ιρλανδών επαναστατών. Εν τούτοις, η αδίστακτη Μάργκαρετ Θάτσερ δεν πείθεται για το δίκαιο του αγώνα τους και εμμένει στις θέσεις της ότι δεν πρέπει να συμβιβαστεί με τους Ιρλανδούς αγωνιστές. Ο Μπόμπι Σαντς ήξερε. Καταλάβαινε ότι μόνο αν είχε πτώματα και αίμα στα χέρια της υπήρχε περίπτωση να αλλάξει τη στάση της και έτσι ήταν αποφασισμένος να φτάσει μέχρι τέλους τον αγώνα του. Στις 5 Μαΐου 1981, το γελαστό παιδί του IRA αφήνει την τελευταία του πνοή μετά από 66 μέρες απεργίας πείνας. «Κάποιος θα πρέπει να γράψει ένα ποίημα για τα βάσανα των απεργών πείνας. Θα’ θελα να το γράψω εγώ, αλλά πώς να το τελειώσω;». Έγραφε στο ημερολόγιο του. Εννέα ακόμα συναγωνιστές του έχασαν τη ζωή τους μετά από αυτών, αλλά η Θάτσερ δεν πείστηκε ποτέ, καθώς αναγνώρισε κάποια από τα αιτήματά τους, αλλά δεν τους χαρακτήρισε ποτέ πολιτικούς κρατούμενους.

Ο Μπόμπι Σαντς αποτελεί σύμβολο για κάθε σκλάβο, για κάθε αγωνιστή της Ελευθερίας που παλεύει για ένα καλύτερο κόσμο. Αποτελεί σύμβολο αγώνα ενάντια στην καταπίεση και τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Μια πράξη αυτοθυσίας που αγωνίστηκε για το δίκαιο του τόπου του. Όχι, ο Μπόμπι Σαντς δεν ήταν ένας τρομοκράτης. Ήταν ένας ήρωας πολέμου, που έδωσε τη ζωή του για να υπενθυμίσει σε όλους εμάς ότι η Ελευθερία είναι ένα αγαθό που κόποις κτάται.

Γραφείο Τύπου
Π.Ε.Ο.Φ Θεσσαλονίκης